A+ A A-
  • Γράφτηκε από τον/την Super User
  • Κατηγορία: Οι λέξεις μας
  • Εμφανίσεις: 256

Λεξιλογικά: ζωρός, βραχιάστηκα, γάιδαρος, διασελίζω

ζωρός= λέγεται ο άκρατος, ο καθαρός, ο αμιγής, ο χωρίς νερό οίνος. Η λέξη συναντάται στον Όμηρο (8ος αι. π.Χ.) (ζωρόν δέπας= ποτήρι με άκρατο οίνο, ζωρότερον δε κέραις= αναμίγνυε τον οίνο με λιγότερο νερό). Μετά τον Όμηρο η λέξη κατάντησε να σημαίνει αυτόν που πίνει πολύ, που μεθάει. Στον Πλούταρχο (1ος αι. μ.Χ.) η λέξη έχει την ακριβώς αντίθετη σημασία, δηλ.οίνος αναμεμιγμένος με νερό.