Τελευταία Νέα

ΠΕΡΙΟΔΙΚΟ

Άρθρα

Login Form

ΝΕΚΤΑΡΙΟΥ Ι. ΣΚΑΓΚΟΥ

Αξιότιμε Κύριε Νομάρχα, Κύριε Δήμαρχε, Πανοσιολογιώτατε, Αιδεσιμώτατε, Κυρίες και Κύριοι

Η παρουσία μου στη σημερινή ημερίδα οφείλεται στην ευγενική πρόσκληση του κ. Λεωνίδα Σουχλέρη, φίλου και συναδέλφου, ο οποίος διακρίνεται για την ιδιαίτερη ευαισθησία του στο ζήτημα της προστασίας και της ανάδειξης του πολιτιστικού αποθέματος της περιοχής. Με τη ματιά του ειδικού θα αποτολμήσω μια σύντομη ιστορική επισκόπηση της προέλασης του οθωμανικού στρατού το έτος 1460 στη βόρεια Λακεδαίμονα, έχοντας πρόθεση όχι μόνο να τέρψω τις αισθήσεις και το πνεύμα σας αλλά πρωτίστως να κινητοποιήσω την ιστορική και κοινωνική σας συνείδηση, όπως αρμόζει σε υπεύθυνους και ευσυνείδητους πολίτες που μπορούν να οραματίζονται την αναγέννηση σε καιρούς απαξίωσης και πτώσης.

Με την ελπίδα ότι η αποψινή συγκέντρωση θα αποβεί γόνιμη και διδακτική, κατ’ αρχάς θα εγείρω ενώπιόν σας το διαχρονικό προβληματισμό του ανθρώπου για τη σημασία της ιστορικής γνώσης και της πολιτιστικής κληρονομιάς, μέσα από τα λόγια ενός βοσκού της Ρούμελης, που έφθασε στο ανώτατο στρατιωτικό αξίωμα του στρατηγού, του Γιάννη Μακρυγιάννη. Στα Απομνημονεύματά του γίνεται αντιληπτή η σημασία της ιστορικής γνώσης αλλά και της πολιτιστικής κληρονομιάς στη σύγχρονη πραγματικότητα:

εἰς τὸ ἐξῆς νὰ μάθωμεν γνώση, ἄν θέλωμεν νὰ φκιάσωμεν χωριόν, νὰ ζήσωμεν ὅλοι μαζί... [νὰ γνωρίζωμεν] τὴν γυμνή ἀλήθεια, τοὺς πατρικούς ἀγῶνες καὶ τὶς θυσίες...καὶ νὰ μπαίνουμε σὲ φιλοτιμίαν καὶ νὰ ἐργαζόμεθα εἰς τὸ καλό τῆς πατρίδος μας, τῆς θρησκείας μας καὶ τῆς κοινωνίας μας...Ὄχι νὰ φανταζώμεθα γιὰ τὰ κατορθώματα τὰ πατρικά, ὄχι νὰ πορνεύομεν τὴν ἀρετή καὶ νὰ καταπατῶμεν τὸν νόμον...

Τα κάστρα, οι εκκλησίες και τα οικιστικά κατάλοιπα του βόρειου Ταϋγέτου συνθέτουν μαζί με τη μαρτυρία των γραπτών πηγών το πολιτισμικό ψηφιδωτό της βόρειας Λακεδαίμονος στους όψιμους βυζαντινούς χρόνους. Τα μνημεία διακρίνονται για τη μεγάλη ιστορική και αρχαιολογική τους αξία και επιτρέπουν τη διασύνδεση του παρόντος με το ιστορικό παρελθόν συμβάλλοντας τόσο στη διαμόρφωση ιστορικής και κοινωνικής συνείδησης, όσο και στην προώθηση της προόδου, της ανάπτυξης και της βελτίωσης του τρόπου ζωής μας σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο.

Η παρουσία μας απόψε αποδεικνύει αυτήν ακριβώς την αλήθεια, την προσδοκία και την ελπίδα για ένα καλύτερο μέλλον. Τα ιστορικά κείμενα και τα αρχαιολογικά μνημεία συνιστούν βαθιές, πολιτισμικές ρίζες που αποτελούν κοινό σημείο αναφοράς και προσδιορισμού μας ως άτομα αλλά και ως κοινωνία.

Η γνώση του ιστορικού παρελθόντος δεν πρέπει να λαμβάνεται ως κατάσταση ακινησίας και αποστέωσης μέσα στη λήθη και την αδιαφορία, αλλά ως κινητήρια δύναμη που διαμορφώνει συνειδήσεις, εξάπτει οράματα, καταστρώνει σχέδια, ωθεί, κινεί και προκαλεί δράση για ένα καλύτερο μέλλον. Με την παραδοχή λοιπόν ότι το παρελθόν κτίζει το παρόν και εγγυάται το μέλλον, γίνεται αντιληπτή η σημασία της γνώσης γύρω από τον ιστορικό βίο της περιοχής. Μόνο μέσα από τη γνώση του παρελθόντος μπορούμε να κατανοήσουμε το παρόν και να διαβλέψουμε το μέλλον.

 

Το 1460 ο σουλτάνος Μεχμέτ Β΄, ο πορθητής της Κωνσταντινούπολης, αποφάσισε να εκστρατεύσει εναντίον των δύο δεσποτών του Μοριά, Θωμά και Δημητρίου Παλαιολόγου. Η εκστρατεία αυτή περιγράφεται από τους ιστορικούς της Άλωσης Γεώργιο Φραντζή[1], Λαόνικο Χαλκοκονδύλη[2], Μιχαήλ Κριτόβουλο[3] και Μιχαήλ Δούκα[4]. Βραχέα χρονικά[5] και χρονογραφικά κείμενα του 16ου αιώνα, όπως είναι η Έκθεσις Χρονική[6], η Ιστορία πολιτική Κωνσταντινουπόλεως[7], το Βιβλίον Ιστορικόν του Ψευδο-Δωρόθεου[8], το Μέγα Χρονικόν του Ψευδο-Φραντζή[9] και το Χρονικόν περί των Τούρκων Σουλτάνων[10], αποτελούν δευτερεύουσες πηγές για την οθωμανική εκστρατεία του 1460.

Η εκστρατεία αυτή ήταν το αποκορύφωμα των πολεμικών συγκρούσεων που έλαβαν χώρα στον Μοριά από τον Φεβρουάριο του 1459 έως την άνοιξη του 1460. Αφορμή στάθηκε η αθέτηση των όρων της συνθήκης ειρήνης που συνάφθηκε τον Ιούλιο του 1458 ανάμεσα στους δύο δεσπότες, Δημήτριο και Θωμά, και τον σουλτάνο. Σύμφωνα με τη συνθήκη αυτή, οι Οθωμανοί αποκτούσαν την κυριαρχία της βόρειας Πελοποννήσου, ενώ οι δύο δεσπότες διατηρούσαν τις κτήσεις τους στη νότια Πελοπόννησο με την υποχρέωση της καταβολής ετήσιου φόρου υποτέλειας στον σουλτάνο. Η ειρήνη κράτησε μόνο έξι μήνες, από τον Ιούλιο του 1458 έως τον Ιανουάριο του 1459. Από τον Φεβρουάριο του 1459 επακολούθησε μια παρατεταμένη περίοδος πολεμικής αναταραχής στον Μοριά που οδήγησε τελικά τον Μάιο του 1460 στην εκστρατεία του Μεχμέτ Β΄.      

Οι νέες απαιτήσεις που προέβαλε από τον Οκτώβριο του 1458 ο αμηράς έναντι των δύο δεσποτών, και η ενδοτικότητα του δεσπότη Δημητρίου, προκάλεσαν την αντίδραση του Θωμά, ο οποίος δεν περιορίστηκε στην επίθεση κατά των τουρκικών κτήσεων, αλλά κινήθηκε εναντίον των κάστρων του αδελφού του με τη βοήθεια μιας μεγάλης μερίδας τοπικών αρχόντων, όπως ο Λακεδαιμόνιος άρχοντας Νικηφόρος Λουκάνης, ο Νικόλαος Σεβαστόπουλος, ο Κυδωνίδης ή Τζαμπλάκωνας και ο Γεώργιος Ράλης.

Ο δεσπότης Δημήτριος είχε στο πλευρό του τον εξάδελφό του, Γεώργιο Παλαιολόγο, και τον αλβανικής καταγωγής γαμπρό του Γεωργίου, Μανουήλ Μπόχαλη, οι οποίοι όμως ενέργησαν τελικά τυχοδιωκτικά.

Η εμφύλια σύρραξη ήταν αναμενόμενη. Στο Καστρί Λακεδαίμονος οι δύο δεσπότες προσπάθησαν τον χειμώνα του 1459 να συμβιβαστούν δίνοντας όρκους ειρήνης ενώπιον του αρχιερατικού σάκκου του μητροπολίτη Λακεδαιμονίας. Η εμφύλια διαμάχη, όμως, ξανάρχισε καθώς οι πολιτικές διαφορές ανάμεσα στα δύο αδέλφια ήταν ανυπέρβλητες. Ο Δημήτριος κινήθηκε μέσα στο φανατικό ρεύμα των ανθενωτικών που είχαν απορρίψει την προσέγγιση με τη Δύση και είχαν προσανατολιστεί στη συνεργασία και συνύπαρξη με τους Οθωμανούς. Η συμφωνία που σύναψε τον χειμώνα του 1459 με τον σουλτάνο προέβλεπε την ανταλλαγή της δυσβάσταχτης ηγεμονίας του στον Μοριά με τουρκικές κτήσεις στο Αιγαίο καθώς και τον γάμο της κόρης του με τον σουλτάνο.

Ο Θωμάς, από την άλλη πλευρά, αισθανόταν προσβεβλημένος από την επιορκία του αδελφού του, και είχε εναποθέσει τις ελπίδες του στη δυτική βοήθεια που είχαν στείλει η δούκισσα του Μιλάνου, Μπιάνκα Βισκόντι, και ο πάπας Πίος ο Β΄. Στη διάρκεια των πολεμικών συγκρούσεων, οι Αλβανοί και οι αυτομολημένοι τοπικοί άρχοντες προσχώρησαν στο στρατόπεδο του Θωμά με αποτέλεσμα ο τελευταίος να αποκτήσει στρατιωτική υπεροχή έναντι του αδελφού του Δημητρίου. Τελικά, οθωμανικό εκστρατευτικό σώμα υπό τον διοικητή των επαρχιών Θεσσαλίας και Πελοποννήσου Ζαγανό πασά εξόρμησε το 1460 στον Μοριά αναγκάζοντας τον δεσπότη Θωμά να αποσυρθεί στη Μεσσηνία και να ζητήσει συνθηκολόγηση. Οι επαχθείς όροι της συνθηκολόγησης, όμως, που απαίτησε ο σουλτάνος δεν έγιναν τελικά αποδεκτοί. Έτσι, ο Μωάμεθ ο Πορθητής αποφάσισε τον Μάϊο του 1460 να επέμβει στρατιωτικά στον Μοριά.

Μέσα σε επτά εαρινές ημέρες του 1460 ισχυρές στρατιωτικές δυνάμεις ιππικού και πεζικού έφθασαν από την Αδριανούπολη στην Κόρινθο. Τρείς ημέρες περίμενε ο σουλτάνος την άφιξη του δεσπότη του Μορέως Δημητρίου προκειμένου να επιβεβαιώσει τις συμφωνίες που είχε συνάψει μαζί του από τον χειμώνα του 1459. Ο Δημήτριος, όμως, δεν πήγε αυτοπροσώπως στην Κόρινθο για να παραδώσει την ηγεμονία του και την κόρη του, όπως είχε συμφωνηθεί, αλλά έστειλε τον κουνιάδο του, τον Ματθαίο Ασάνη, με την πεποίθηση ότι ο σουλτάνος θα τον έθετε επικεφαλής των οθωμανικών στρατευμάτων για να καταδιώξει τον δεσπότη Θωμά και τους συμμάχους του, που απειλούσαν τις κτήσεις της Καλαμάτας και της Μαντίνειας.

Ο σουλτάνος φυλάκισε τον απεσταλμένο του Δημητρίου και αμέσως ξεκίνησε εκστρατεία για την κατάληψη του Μοριά. Τα οθωμανικά στρατεύματα προέλασαν στο βενετοκρατούμενο Άργος και μέσω της σύντομης οδού Μουχλίου–Άργους που περνά από τον σημερινό Αχλαδόκαμπο έφθασαν στην Τεγέα. Μέσα σε μια νύκτα, με επικεφαλής τον Μαχμούτ πασά έφθασαν στη Λακεδαιμονία και την επόμενη ημέρα πολιόρκησαν την πρωτεύουσα του Δεσποτάτου.

Η πολιορκία του Μυστρά και οι διαπραγματεύσεις ήταν σκηνοθεσία καθώς ο Δημήτριος είχε ήδη συμφωνήσει να παραδώσει τη δυσβάσταχτη ηγεμονία του παίρνοντας για αντάλλαγμα ορισμένα νησιά του Αιγαίου. Η αναίμακτη παράδοση της πόλης «σκηνή καὶ ὑπόκρισις ἦσαν καὶ πλάσμα», σύμφωνα με τον ιστορικό Κριτόβουλο, καθώς ο «δῆθεν» αποκλεισμός του Δημητρίου στην ακρόπολη είχε μάλλον σκοπό να αποσωβηθεί ο κίνδυνος της αντίδρασης των κατοίκων στην προαποφασισμένη μεταβίβαση της ηγεμονίας του Μοριά στους Οθωμανούς.

Οι διαπραγματεύσεις για την παράδοση της πόλης επιτεύχθηκαν διαμέσου του Έλληνα γραμματέα του αμηρά, Θωμά Καταβοληνού. Ο Μαχμούτ πασάς ελευθέρωσε τον κουνιάδο του δεσπότη, Ματθαίο Ασάνη, και τον έστειλε, όπως ο Δημήτριος επιθυμούσε, με τον Χαμουζά Ζενεβίση στην ακρόπολη του Μυστρά[11]. Στη συνέχεια, ο Δημήτριος μετέβη στο τουρκικό στρατόπεδο, όπου έγινε δεκτός από τον Μαχμούτ πασά «ἀσμένως καὶ φιλοφρόνως καὶ μετὰ προσηκούσης τιμῆς». Ο Μεχμέτ Β΄ έφθασε την επόμενη μέρα και δέχθηκε τον Δημήτριο με τιμές, όπως άρμοζε σε έναν απόγονο αυτοκρατόρων. Σηκώθηκε από τη θέση του μόλις ο περίτρομος Δημήτριος μπήκε στη σκηνή του, άπλωσε σε αυτόν το δεξί του χέρι, του έδωσε μια θέση στα δεξιά του και προσπάθησε να αποβάλλει τους φόβους του με λαμπρά δώρα και υποσχέσεις. Παρόλα αυτά, όμως, τον μεταχειρίστηκε ως αιχμάλωτο και του έδωσε να καταλάβει πως η ελληνική κυριαρχία στον Μυστρά είχε τελειώσει[12]. Ο Φραντζής στη συνοπτική αφήγησή του παραθέτει σε ευθύ λόγο την απόκριση του σουλτάνου: «Σύ μὲν, ὦ, δέσποτα, ἐπεὶ οὕτως ἦλθον εἰς σε τὰ πράγματα, τὸν τόπον τοῦτον πλέον οὐδέν ἠμπορεῖ νὰ τὸν ἄρχῃς· ἄλλ' ἐπεὶ πατέραν σε ἐστήσαμεν λαβεῖν εἰς γυναῖκα μας, τὸν τόπον τοῦτον δὸς ἡμῖν. Σὺ δὲ καὶ τὸ κορίτζι σου ἔλθετε μεθ' ἡμῶν καὶ θέλομέν σας δώσειν ἕτερον κόσμον, εἰς τὸ νὰ ἔχετε νὰ ζῆτε»[13].

Την 29/30η Μαΐου ο Μυστράς περιήλθε στην κυριαρχία των Οθωμανών. Ο Μεχμέτ Β΄ έστειλε στρατιωτικό σώμα στη Μονεμβασία απαιτώντας την παράδοση της πόλης και των δύο πριγκιπισσών, της γυναίκας και της κόρης του Δημητρίου. Ο άρχοντας της Μονεμβασίας Μανουήλ Παλαιολόγος παρέδωσε τη γυναίκα και τη θυγατέρα του Δημητρίου αλλά αρνήθηκε την παράδοση της πόλης[14].

Ο σουλτάνος θαύμασε το θάρρος των Μονεμβασιωτών και απέφυγε να πολιορκήσει το απόρθητο κάστρο, καθότι γνώριζε ότι μια τέτοια επιχείρηση απαιτούσε πολύ χρόνο και ισχυρή στρατιωτική δύναμη[15]. Στο διάστημα της τετραήμερης παραμονής του στον Μυστρά προήγαγε τις απαραίτητες επισκευές στην οχύρωση της πόλης και εγκατέστησε τουρκική φρουρά τετρακοσίων στρατιωτών με διοικητή τον Χαμουζά Ζενεβίση[16].

Στη συνέχεια, προέλασε στα κάστρα της Βορδώνιας και του Καστρίου στις βορειοανατολικές υπώρειες του Ταϋγέτου σε κοντινή απόσταση από τη βυζαντινή καστροπολιτεία. Το οχυρό κάστρο της Βορδώνιας[17] είχε εγκαταλειφθεί από τους δειλούς άρχοντες, ενώ το Καστρί αντιστάθηκε στην πολιορκία των Οθωμανών[18]. Οι πολιορκητές κατόρθωσαν να εισβάλλουν στον οχυρό οικισμό αιχμαλωτίζοντας τον άμαχο πληθυσμό και περιορίζοντας τη φρουρά στο εσωτερικό της ακρόπολης. Ο άρχοντας Πρινοκοκάς και τριακόσιοι μάχιμοι αναγκάστηκαν από την εξάντληση και την έλλειψη του νερού και των τροφίμων να παραδοθούν και τελικά να σφαγιαστούν παραδειγματικά.

Ο Κριτόβουλος στην εκτενή αφήγησή του για την πολιορκία του Καστρίου αναφέρεται στη φυσική και τεχνητή οχύρωση «τριπλῷ τείχει» του οικισμού[19], καθώς και στους τετρακόσιους «ἄνδρες λογάδες», οι οποίοι «οὐ παρεδέξαντο τοὺς λόγους τοῦ βασιλέως, ἀλλὰ κλείσαντες τὰς πύλας ἐκαρτέρουν»[20]. Η πρώτη επίθεση των Οθωμανών αποκρούστηκε χάρη στη μαχητικότητα των πολιορκημένων και στην οχυρότητα του κάστρου. Την επόμενη ημέρα όμως οι Οθωμανοί, παρακινούμενοι από τις υποσχέσεις λαφύρων, «μέγα καὶ φοβερόν ἀλαλάξαντες βοῇ καὶ δρόμῳ προσβάλλουσιν ἰσχυρῶς τῷ πολίσματι· καὶ γίνεται ὠθισμός ἐνταῦθα πολὺς καὶ μάχη καρτερά συσταδόν περὶ τὸ τεῖχος μετὰ θυμοῦ καὶ ὀργῆς καὶ κραυγῆς, καὶ φόνος οὐκ ὀλίγος τῶν προμαχομένων». Οι Καστριώτες δεν είχαν στρατιωτική οργάνωση, καθώς άλλοι μάχονταν ακάλυπτοι χωρίς την προστασία οπισθοφυλακής, άλλοι προσπαθούσαν «πᾶσι τρόποις εἴσω τοῦ τειχίσματος παρελθεῖν», ενώ άλλοι εμπόδιζαν τους λιποτάκτες να υποχωρήσουν από την πρώτη γραμμή της μάχης. Οι Οθωμανοί, εισβάλλοντας στο πρώτο και δεύτερο τείχος του οικισμού, σκότωσαν πολλούς, περιόρισαν τη φρουρά στο εσωτερικό της ακρόπολης και την ανάγκασαν από την εξάντληση και την έλλειψη του νερού και των τροφίμων να παραδοθεί. Ο σουλτάνος «ἐκέλευσεν ἀποσφαγῆναι πάντας εὐθὺς, ὅσοι περιελείφθησαν τῷ πολέμῳ, τριακοσίους ὄντας, παῖδας δὲ καὶ γυναῖκας ἠνδραποδίσατο, τὴν δὲ πολίχνην κατέσκαψε»[21].      

            Ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει πως ο σουλτάνος προχώρησε απευθείας («αὐτίκα») στην πολιορκία του Καστρίου[22], σε αντίθεση με τη μαρτυρία τουΊμβριου ιστορικού, ο οποίος αναφέρει πως ο Μεχμέτ Β΄ κάλεσε τους Καστριώτες, πριν την έναρξη της πολιορκίας, σε συμφωνία για ειρηνική παράδοση[23]. Η κατάληψη του Καστρίου από τους Οθωμανούς επιτεύχθηκε ―κατά τον Αθηναίο ιστορικό― με μια επίθεση και όχι με δύο που είχαν ―κατά τον Κριτόβουλο― χρονική απόσταση μιας ημέρας. Η στενή και ανώμαλος άνοδος προς την ακρόπολη δυσχέρανε τις κινήσεις των πολιορκητών με αποτέλεσμα να υποστούν σημαντικές απώλειες. Οι πολιορκημένοι «ἤδη πολὺν μαχόμενοι...προσῴκησαν δὲ ἐς ὁμολογίαν τῷ βασιλεῖ», αλλά ο αμηράς μόλις παρέλαβε την ακρόπολη «πάντας ἀπαγαγὼν εἰς ἕνα χῶρον κατέσφαξε, γενομένους τοὺς σύμπαντας ἐς τριακοσίους, καὶ τὸν ἄρχοντα αὐτῶν τῇ ὑστεραίᾳ χωρὶς ἔτεμε τὸ σῶμα ποιησόμενον». Η αιχμαλωσία ανδρών και γυναικών έγινε ―κατά τον Χαλκοκονδύλη― μετά την κατάληψη του πρώτου τείχους του οικισμού από τους Οθωμανούς. Μετά την πτώση της ακρόπολης αιχμαλωτίσθηκαν επιπλέον τριακόσιοι μάχιμοι άνδρες, οι οποίοι τελικά σφαγιάστηκαν. Ο Κριτόβουλος, αντιθέτως, αναφέρει πως οι Οθωμανοί κατά την εισβολή τους στον οικισμό προέβησαν αποκλειστικά σε σφαγές. Η αιχμαλωσία του άμαχου πληθυσμού (παιδιών και γυναικών) καθώς και των τριακοσίων μάχιμων ανδρών τοποθετείται μετά την πτώση της ακρόπολης.

Ο ολιγόλογος Φραντζής αναφέρει πως ο σουλτάνος μετά την παράδοση των πολιορκημένων «οὕς μὲν αὐτῶν ἐκαρατόμησεν, οὕς δὲ εἰς πάλους ἐκάθισε, τὸν δὲ (άρχοντα και αρχηγό) Προινοκοκοκᾶν ἐκδείρας ἐτελείωσεν»[24].

Η προσθήκη του Ψευδο-Φραντζή[25], σχετικά με την πρόταση συνθηκολόγησης που απηύθυνε ο σουλτάνος προς τους πολιορκημένους, προκειμένου αυτοί να παραδοθούν, δεν επιβεβαιώνεται από τους ιστορικούς Φραντζή, Χαλκοκονδύλη και Κριτόβουλο. Ο Αθηναίος ιστορικός αφηγείται πως οι Καστριώτες, εξαντλημένοι από τη σκληρή μάχη, αναγκάστηκαν να ζητήσουν από τον σουλτάνο την υπό όρους παράδοσή τους («προσῴκησαν δὲ ἐς ὁμολογίαν»)[26], ενώ ο Φραντζής αναφέρει απλώς πως οι πολιορκημένοι «προσεκύνησαν»[27]. Ο Κριτόβουλος αναφέρεται στην πρόσκληση που αρχικά απηύθυνε ο αμηράς στους Καστριώτες για παράδοση και σημειώνει ότι τελικά οι πολιορκημένοι προχώρησαν σε άνευ όρων παράδοση («παραδιδόασι σφᾶς αὐτοὺς βασιλεῖ»)[28]. Ο Ίμβριος ιστορικός επεξηγεί πως η σκληρότητα που επέδειξε ο Μεχμέτ Β΄ στο Καστρί, όπως αργότερα και στο Γαρδίκι, οφειλόταν στο γεγονός ότι οι γηγενείς δεν δέχτηκαν να συμβιβαστούν αλλά προτίμησαν την πολεμική αντιπαράθεση. Οι Αλβανοί που ήταν αριθμητικά περισσότεροι από τους Έλληνες αντιμετωπίσθηκαν με ιδιαίτερη βαναυσότητα εξαιτίας του ανυπότακτου χαρακτήρα τους και του πρότερου ληστρικού βίου τους. Ο σουλτάνος, άλλωστε, σκόπευε στην παραδειγματική τιμωρία τους «ὥστε μηκέτι ἀντιβαίνειν ἐθέλειν μηδὲ τολμᾶν ὅλως ἀπαυθαδίζεσθαι τοῦ λοιποῦ, ἀλλὰ προσχωρεῖν ἑτοίμως αὐτῷ θηρωμένους τὴν σωτηρίαν»[29].

Μετά την καταστροφή του Καστρίου, ο αμιράς κατευθύνθηκε προς το Λεοντάρι. Η Αγόριανη, η Κοτίτσα, ο Λογκανίκος και το Λεοντάρι είχαν ερημωθεί και ο πληθυσμός είχε καταφύγει στο γειτονικό κάστρο του Γαρδικίου.

Ο Χαλκοκονδύλης αναφέρει πως οι Οθωμανοί αρχικά στρατοπέδευσαν στο Λεοντάρι και στη συνέχεια μετέβησαν στην «πόλιν Καρδικίην» για να αρχίσουν την επόμενη ημέρα την πολιορκία[30]. Ο Κριτόβουλος παραλείπει την προέλαση και την στρατοπέδευση του οθωμανικού στρατού στο Λεοντάρι, αλλά αναφέρεται λεπτομερώς στη γεωγραφική θέση του Γαρδικίου και στην οχυρότητα του φρουρίου[31].

Ο Ίμβριος ιστορικός, σε αντίθεση με τον Χαλκοκονδύλη, αφηγείται πως ο αμηράς προσπάθησε, πριν την έναρξη της πολιορκίας, να πείσει τους κατοίκους για ειρηνική παράδοση υποσχόμενος τη διασφάλιση της σωματικής ακεραιότητάς τους. Μετά την άρνησή τους, όμως, ο Μεχμέτ Β΄ διέταξε τη στενή πολιορκία του οχυρού, προσδοκώντας να τους εξαναγκάσει από την έλλειψη νερού και τροφίμων σε παράδοση. Ο αμηράς, άλλωστε, δεν ήταν διατεθειμένος να διακινδυνεύσει στρατιωτικές επιχειρήσεις στη απόκρυμνη περιοχή του φρουρίου[32]. Οι καιρικές συνθήκες του θέρους με τις υψηλές θερμοκρασίες δημιούργησαν ασφυκτική ατμόσφαιρα που επιτάθηκε από τη μεγάλη πληθυσμιακή συγκέντρωση σε αυτή τη «βραχυτάτην ἄκραν». Οι πολιορκημένοι εξαντλήθηκαν μετά από μια ημέρα πολιορκίας και αναγκάστηκαν σε παράδοση «ἄνευ ὁμολογίας». Ο σουλτάνος «πάντας ἀπέκτεινε, παῖδας δὲ καὶ γυναῖκας ἠνδραποδίσατο, τὸ δὲ φρούριον κατέσκαψε»[33].

Ο Χαλκοκονδύλης διαφοροποιείται από τον Κριτόβουλο όσον αφορά στην αιματηρή κατάληψη του Γαρδικίου από τους Οθωμανούς, στην υπό όρους παράδοση των πολιορκημένων και στην ολοκληρωτική σφαγή τους. Ο Αθηναίος ιστορικός μαρτυρεί πως η παράδοση του κάστρου δεν έγινε αναίμακτα, καθώς στη διάρκεια της πολιορκίας του από τα σώματα «νεήλυδων» και «αζάπηδων»[34], ο σουλτάνος διέταξε τους αζάπιδες να επιτεθούν, επειδή είχε βάσιμες υποψίες πως οι πολιορκημένοι είχαν αρχίσει να εγκαταλείπουν την πόλη[35]. Ο ανώνυμος του Χρονικού των Τούρκων γλαφυρά αναφέρει πως «οἱ χριστιανοί...ἀνοίξανε τὶς πόρτες τὴ νύκτα καὶ ἐφύγανε τὰ βουνὰ εἰς τοὺς δρυμῶνες ὁποῦ εἶναι ἐκεῖ κοντὰ...καὶ ἐδιάβησαν οἱ Τοῦρκοι ἀπὸ τοὺς δρυμῶνες καὶ τοὺς εὑρίσκανε καὶ τοὺς ἐκάμνανε σκλάβους»[36]. Ο Αθηναίος ιστορικός, όμως, αφηγείται πως οι αζάπιδες απέτρεψαν την έξοδο των πολιορκημένων, «εἰσέβαλλον ἐς τὴν πόλιν, καὶ ἐφόνευον αφειδέστατα», καθώς είχαν λάβει εντολή «καὶ ἄνδρας καὶ γυναῖκας καὶ ὑποζύγια καὶ κτήνη, οὐδενός φειδόμενοι»[37]. Μετά από αυτή την εξέλιξη, όσοι βρίσκονταν στην ακρόπολη, ο άρχοντας του κάστρου, που ονομαζόταν Μπόχαλης, και οι συγγενείς του, παραδόθηκαν, αλλά υπό όρους («ἐς ὁμολογίαν χωρήσαντες»). Ο Μεχμέτ Β΄ διέταξε τους στρατιώτες του να παραδώσουν τους χριστιανούς που είχαν αιχμαλωτίσει, προειδοποιώντας τους ότι σε αντίθετη περίπτωση θα επέτρεπε τον χαλασμό τους από τους ίδιους τους αιχμαλώτους. Με τον τρόπο αυτό ο αμιράς κατάφερε να συγκεντρώσει σε έναν χώρο όλους όσους προέρχονταν από το Λεοντάρι, «χιλίους μάλιστα και διακοσίους», τους οποίους κατέσφαξε[38]. Ο Χαλκοκονδύλης παραθέτει, εξάλλου, την προφορική μαρτυρία ότι οι σφαγιασθέντες συνολικά αριθμούσαν περίπου έξι χιλιάδες, ενώ τα κατακρεουργημένα υποζύγια ήταν πολλαπλάσια[39].

Σύμφωνα με την τοπική παράδοση που καταγράφθηκε στους νεώτερους χρόνους, ο ανηλεής σφαγιασμός των αιχμαλώτων έγινε στη θέση Κόκκαλα, στα ριζά του βουνού με το κάστρο, και το αίμα έτρεξε ποτάμι, μια ώρα δρόμο ως το σημερινό χωριό Αλλαγή της Μεσσηνίας.

Ο Φραντζής[40] συμφωνεί με τον Χαλκοκονδύλη για την ολοκληρωτική σφαγή στο Γαρδίκι και συμπληρώνει πως μόνο οι Μποχαλαίοι[41] και ο Γεώργιος Παλαιολόγος μπόρεσαν να σωθούν με τη μεσολάβηση του βεζύρη Μαχμούτ με τον οποίο είχαν συγγενικούς δεσμούς.  

            Ο Ψευδο-Φραντζής αναφέρει πως οι πολιορκημένοι προχώρησαν στην υπό όρους παράδοσή τους («μετὰ συνθήκης καὶ ὅρκου»), παραπλανώμενοι από την υπόσχεση του σουλτάνου πως «μηδένα αὐτῶν ἐνοχλήσῃ ἤ θανατώσῃ ἤ αἰχμαλωτίσῃ»[42]. Ο Χαλκοκονδύλης μαρτυρεί για την υπό όρους παράδοση των πολιορκημένων («ἐς ὁμολογίαν χωρήσαντες»), αλλά δεν αναφέρεται στην αθέτηση όρκων από την πλευρά του σουλτάνου[43]. Ο Φραντζής σημειώνει ότι οι πολιορκημένοι «ἐδουλώθησαν»[44], και κατά συνέπεια συμφωνεί με τον Κριτόβουλο για την άνευ όρων παράδοσή τους («παραδιδόασι σφᾶς αὐτοὺς καὶ ἄνευ ὁμολογίας»)[45].

Με την καταστροφή του Γαρδικίου ολοκληρώθηκε η οθωμανική κατάκτηση στην περιοχή του Μυστρά, στη βόρεια Λακεδαίμονα, και άνοιξε ο δρόμος για την κατάληψη των κάστρων της νότιας Αρκαδίας και της Μεσσηνίας.

Καταλήγοντας, διαπιστώνουμε ότι η κατάληψη του Μυστρά και η προέλαση του οθωμανικού στρατού στη βόρεια Λακεδαίμονα σήμανε την απαρχή της οθωμανικής κατάκτησης του Μοριά. Το Δεσποτάτο του Μορέως, το τελευταίο βυζαντινό έρεισμα, υπέστη καθολική αποδόμηση σε πολιτικό, στρατιωτικό, οικονομικό και κοινωνικό επίπεδο με συνέπεια να γίνει τελικά εύκολη λεία για τους Οθωμανούς και τους Λατίνους. Οι δύο δεσπότες, έρμαια του καιροσκοπισμού και της ιδιοτέλειάς τους, δίχως όραμα και σχεδιασμό για τις κτήσεις τους, αναλώθηκαν σε μια ατελέσφορη εμφύλια διαμάχη που έφερε αναταραχή, εξαθλίωση και εξωτερικό παρεμβατισμό από την πλευρά των Οθωμανών και των Λατίνων. Μέσα σε αυτόν τον χαμό, τη διοικητική ανικανότητα, την πτώση και την απαξίωση μπορεί κανείς να αναγνωρίσει τις «φυλετικές» κορώνες του Γεωργίου Φραντζή, πιστού ακολούθου του δεσπότη Θωμά, για «τὸ κάκιστον καὶ ἀφελέστατον γένος τῶν Ἀλβανιτῶν», στο οποίο καταλογίζεται η συμφορά: οι Αρβανίτες «ἀπιστοῦντες γὰρ δὶς τοῦ σαβάττου, ἀπὸ τὸν ἔνα τῶν αὐθεντῶν εἰς τὸν ἄλλον ἀπῆρχοντο... κάστρα εἰς κεφαλιτίκια απῄτουν...εἴ τι ἆρα καὶ εὕρισκον τῶν ἀθλίων τάχα Ῥωμαίων, ἀλλὰ δὴ καὶ τῶν Ἀλβανιτῶν καὶ συγγενῶν πολλάκις καὶ οἰκείων αὐτῶν, πάντα διηρπάζοντο καὶ ἠφάνιζον»[46].

Το πρόσφατο παρόν που όλοι μας βιώνουμε σε ατομικό και συλλογικό επίπεδο δεν απέχει πολύ από το παράδειγμα του ιστορικού παρελθόντος. Ο κίνδυνος της άλωσης μας απειλεί, ενώ οι διακρίσεις και οι δικαιολογίες οδηγούν στην καταστροφή. Ο Πρινοκοκάς, όμως, στέκεται στο Καστρί αιώνιο σύμβολο, απέναντι στους δύο δεσπότες, τον Δημήτριο και τον Θωμά, αναφωνώντας τους στίχους του ποιητή:

Τι συμφορά, ενώ είσαι καμωμένος

για τα ωραία και μεγάλα έργα

η άδικη αυτή σου η τύχη πάντα

ενθάρρυνσι κ’ επιτυχία να σε αρνείται·

να σ’ εμποδίζουν ευτελείς συνήθειες,

και μικροπρέπειες, κι αδιαφορίες.

Και τι φρικτή η μέρα που ενδίδεις,

η μέρα που αφέθηκες κ’ ενδίδεις,

και φεύγεις οδοιπόρος για τα Σούσα,

και πηαίνεις στον μονάρχη Αρταξέρξη

που ευνοϊκά σε βάζει στην αυλή του,

και σε προφέρει σατραπείες και τέτοια.

Και συ τα δέχεσαι με απελπισία,

αυτά τα πράγματα που δεν τα θέλεις.      

 

 

[1] Γεώργιος Σφραντζής, Τα καθ΄ εαυτόν και τινα γεγονότα εν τω χρόνω της ζωής αυτού cum Pseudo-Phrantzes in appendice sive Macarii Melisseni Chronicon 1258-1481, έκδ. B. Grecu, Boυκουρέστι 1966, 116-122 (στο εξής Sphrantzes). Για την αλλοίωση του Χρονικού από τον Μακάριο Μελισσηνό (Μελισσουργό), καθώς και τη διόρθωση του ονόματος του συγγραφέα σε Σφραντζής, βλ. D. A. Zakythinos, Le despotat grec de Morée, τ. I (Histoire politique), επανέκδοση Χρύσα Μαλτέζου, London 1975, 320-321 (στο εξής Zakythinos, Morèe).  

[2] Λαονίκου Χαλκοκονδύλου Αθηναίου, Απόδειξις Ιστοριών, (CSHB) έκδ. B. G. Niebuhrii C. F., Βόννη 1843, 472-478 (στο εξής Χαλκοκονδύλης).

[3] Critobuli Imbriotae Historiae, έκδ. H.-G. Beck-A. Kambilis-A. Keydell, επανέκδ. D. R. Reinsch (CFHB 22), Bερολίνο-Νέα Υόρκη 1983, 141-148 (στο εξής Κριτόβουλος).

[4] Ducae Michaelis Ducae Nepotis Historia Byzantina, έκδ. Ι. Βekker, Bόννη 1834, 340 (στο εξής Δούκας).

[5] P. Schreiner, Die Byzantinischen Kleinchroniken, τ. Ι, Wien 1975, τ. II, Wien 1977, 496, ειδικά τα υπ’ αριθμό 33/59, 34/25, 36/23, 58/14 (4 παραλλαγές) 59/21, 65/4, 66/4, 67/5, 68/4, 69/13, 70/32 και 79/9 βραχέα χρονικά (στο εξής Schreiner, Kleinchroniken). Βλ. επίσης Radivoj Radi, Ο μεσαιωνικός Μοριάς στις σερβικές πηγές, Πρακτικά του ΣΤ΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών (Τρίπολις 24-29 Σεπτεμβρίου 2000), τ. Β΄, Αθήναι 2001-2002, 546-558, κυρίως 556, όπου εξετάζεται η κατά το 1460 πτώση του Μοριά στους Τούρκους μέσα από σερβικά χρονικά του 15ου και 16ου αι.  

[6] Sp. P. Lambros, Ecthesis Chronica and Chronicon Athenarum, Amsterdam 1962, 20-22 (στο εξής Έκθεσις Χρονική).

[7] Μ. Crusius, Turcograeciae, Libro Octo, Basiliae 1584 (ανατύπωση), 17-18 (στο εξής Ιστορία πολιτική Κωνσταντινουπόλεως).

[8] Βιβλίον Ιστορικόν περιέχον εν συνόψει διαφόρους και εξόχους ιστορίας αρχομένου από κτίσεως κόσμου μέχρι της αλώσεως Κωνσταντινουπόλεως και των ακολούθων Σουλτάνων άχρι του παρόντος χρόνου αψοη΄. Συλλεχθέν μεν εκ διαφόρων ακριβών Ιστοριών, και εις την κοινήν γλώτταν μεταγλωττισθέν παρά του ιερωτάτου μητροπολίτου Μονεμβασίας κυρίου Δωροθέου νύν δε μετατυπωθέν και επιμελώς διορθωθέν παρά του ιεροδιάκονος Σπυρίδωνος του Παπαδόπουλου, Ενετίησιν 1778 παρά Νικολάω Γλυκεί τω εξ Ιωαννίνων, 419-420 (στο εξής Ψευδο-Δωρόθεος). Για το «Χρονικό του 1570» ή τον «Χρονογράφο» του Δωροθέου βλ. Στ. Στανίτσας, Το «Χρονικό του 1570» και οι παραλλαγές του: Τα χρονικά του Ψευδο-Δωροθέου και Μανουήλ Μαλαξού, Πελοποννησιακά 6 (1985-1986), 593-633 (με βιβλιογραφία). Δ. Β. Οικονομίδης, «Χρονογράφου» του Δωροθέου τα λαογραφικά, Αθήναι 1960, 116-139 (με βιβλιογραφία).

[9] Γεώργιος Σφραντζής, Τα καθ΄ εαυτόν και τινα γεγονότα εν τω χρόνω της ζωής αυτού cum Pseudo-Phrantzes in appendice sive Macarii Melisseni Chronicon 1258-1481, έκδ. B. Grecu, Boυκουρέστι 1966, 534-546 (στο εξής Pseudo-Phrantzes).

[10] Γ. Θ. Ζώρας, Χρονικόν περί των Τούρκων Σουλτάνων (κατά τον Βαρβερινόν ελληνικόν κώδικα 111), Αθήναι 1958, 684-687 (στο εξής Χρονικόν Τούρκων). Βλ. επίσης Αλ. Α. Ζαχαριάδου, Το Χρονικό των Τούρκων σουλτάνων και το ιταλικό του πρότυπο, Θεσσαλονίκη 1960.  

[11] Κριτόβουλος, 143. Βλ. και Χαλκοκονδύλης, 472 (18-22), όπου αναφέρει πως ο Μυστράς απείχε από την Παλαιά πόλη της αρχαίας Σπάρτης δεκαοκτώ στάδια.

[12] Κριτόβουλος, 143-144.

[13] Sphrantzes, 118. Πβ. Pseudo-Phrantzes, 534, 536, όπου αναφέρει πως ο δεσπότης Δημήτριος «στέρξας ἀκουσίως» στην παράδοσή του στους Τούρκους.  

[14] Sphrantzes, 118· Pseudo-Phrantzes, 536. Βλ. και Μπίρης, Αρβανίτες, ό.π., 137, όπου ο Μανουήλ Παλαιολόγος γράφεται Νικόλαος. Για την τύχη της Μονεμβασίας, βλ. Χάρις Καλλιγά, Η βυζαντινή Μονεμβασία και οι πηγές της ιστορίας της, μεταφρ. Μάριος Μπλέτας, Αθήνα 2003, 252-256. H. A. Kalligas, Μοnemvasia, «τέως θαλασσοκρατήσασα», Διεθνές Συμπόσιο, Πλούσιοι και φτωχοί στην κοινωνία της ελληνολατινικής Ανατολής, επιμ. Χρ. Α. Μαλτέζου, Βενετία 1998, 410. Κ. Hopf, Chroniques grécoromanes, Berlin 1873, 203-4· Zakythinos, Morée, Ι, 274· Miller, Ιστορία, ό.π., 166-167· Setton, The Papacy, ό.π., 224, σημ. 86· Bariša Krekić, Monemvasie sous la protection papale, Zbornik radova 6 (1960), 129-135. Ο δεσπότης Θωμάς, πρόσφυγας ο ίδιος και σε λίγο εξόριστος, ήταν αδύνατο να συγκρατήσει την κυριαρχία του. Μετά τη σύντομη παρουσία του Καταλανού κουρσάρου Lupo de Bertagna στον έλεγχο της Μονεμβασίας, οι Μονεμβασιώτες αποδέχθηκαν το Σεπτέμβριο του 1460 την προστασία του πάπα Πίου Β΄.

[15] Sphrantzes, 118· Χαλκοκονδύλης, 476. Πβ. Pseudo-Phrantzes, 536, 538, 540, 542, όπου ο κωδικογράφος-επίσκοπος Μονεμβασίας Μακάριος Μελισσηνός-Μελισσουργός παρεμβάλλει εκτενή αφήγηση περί της ίδρυσης και των προνομίων της Μονεμβασίας, προκειμένου να αναδείξει τα παλαιά κυριαρχικά δικαιώματα της επισκοπής του έναντι των υπολοίπων επισκοπών της Πελοποννήσου. Αξιοσημείωτο είναι πως παραθέτει τον χρυσόβουλλο λόγο του Ανδρονίκου Β΄ Παλαιολόγου που αφορά στα προνόμια της εκκλησίας της Μονεμβασίας. Βλ. επίσης Setton, The Papacy, ό.π., 224.

[16] Χαλκοκονδύλης, 473· Κριτόβουλος, 144. Βλ. επίσης St. B. Bowman, The Jews of Byzantium 1204-1453, The University of Alabama Press, Alabama 1985, 83. Εβραίος που καταγόταν από το Μυστρά είχε σπουδάσει αστρονομία στην Κωνσταντινούπολη και το 1460 επέστρεψε σπίτι του ως μέλος της οπισθοφυλακής του οθωμανικού στρατού. Μετά την παράδοση του Μυστρά παρέμεινε και δίδαξε αστρονομία. Για την πνευματική και καλλιτεχνική κίνηση στο Μυστρά τον 15ο αιώνα βλ. Zakythinos, Morée, ΙΙ, 320-349. Ρ. Ετζέογλου, «Εγγράφη εν τω Μυζιθρά». Βιβλιογραφικές δραστηριότητες στον Μυστρά κατά τον 13ο και 14ο αιώνα, Δελτίον της Χριστιανικής Αρχαιολογικής Εταιρείας, περίοδος Δ΄, τ. 26 (2005), 181-192, κυρίως 190-191. Μ. Χατζηδάκης, Μυστράς. Ιστορία-Μνημεία-Τέχνη, Αθήναι 1956, 23-27. Τ. Α. Γριτσόπουλος, Η Πελοποννησιακή ζωγραφική μετά τήν Άλωσιν, Πρακτικά Α΄ Διεθνούς Συνεδρίου Πελοποννησιακών Σπουδών, τ. Α΄, Αθήναι 1992-93, 358.

[17] Για το κάστρο της Βορδώνιας, βλ. Σπ. Ι. Λούβης, Η Βορδώνια και η περιοχή της. Βυζαντινά και άλλα μνημεία, Λακωνικά 1 (1964), 36-37. Στο κάστρο ευρίσκεται μισογκρεμισμένο το εκκλησάκι του Αγίου Δημητρίου και στο κράσπεδο της κορυφής του λόφου η στέρνα του κάστρου. Ο λόφος είναι απόκρημνος και ένας αυχένας στη δυτική πλευρά ενώνει το κάστρο με το βουνό. Στον αυχένα αυτό σώζεται ακόμη το τείχος που είχαν κτίσει οι βυζαντινοί για να προστατεύσουν τη δίοδο. Βλ. επίσης Γ. Δ. Αναγνωστόπουλος, Η Βορδώνια και η Κονιδίτσα, Λακωνικά 22 (1967), 106. Για το τοπωνύμιο, βλ. Γ. Δ. Γκλέκας, Η Βορδώνια και το Νίκλι, Λακωνικά 26 (1968), 34, όπου θεωρεί πως η ονομασία του κάστρου είναι λατινο-βυζαντινής προέλευσης, από το λατινικό burdo, το οποίο πέρασε στους βυζαντινούς χρόνους με τον τύπο «ο βόρδων -ωνος, βούρδων -ωνος» προς δήλωση του ημίονος. Το ημιονοστάσιο εκαλείτο στο μεσαίωνα βορδωναρείον, ο φύλαξ των ημιόνων βορδωνάριος, ο μικρός ημίονας βορδών (το), και η δοκός διά της οποίας περιεστρέφετο ο κάθετος στύλος του ελαιοτριβείου βορδώνη ή βορδωνάριν. Α. Δ. Μπουσμπούκης, Η εξέλιξη του λατινικού Burdus-i και Burdo, -onis σε ρομανικές γλώσσες και νεοελληνικά ιδιώματα, Νεοελληνική Διαλεκτολογία, τ. Α΄, Πρακτικά Πρώτου Πανελλήνιου Συνεδρίου Νεοελληνικής Διαλεκτολογίας, Ρόδος 26-30.3.1992, Αθήνα 1994, 275-303, κυρίως 282-286.

[18] Sphrantzes, 118, όπου αναφέρεται στη «Βορδώνια» και στο «Καστρίτζι». Βλ. και Pseudo-Phrantzes, 542 (Καστρίτζι)· Χαλκοκονδύλης, 473 «Καστρίην πόλιν…χωρίον»· Kριτόβουλος, 144-145 «Καστρίον…πολίχνιον, πόλισμα, φρούριο, χωρίον». Ο Ίμβριος ιστορικός (143, 144) αποκαλεί το Μυστρά πόλη-άστυ με την «ἄκραν» (ακρόπολη) στο υψηλότερο σημείο του λόφου. Για τη σημασία του οικιστικών όρων πόλη (πόλη-κάστρο), κάστρο-πολίχνιο-πόλισμα-φρούριο-χωριό (μικρού μεγέθους οικιστική εγκατάσταση συνήθως οχυρωμένη), βλ. A. Dunn, The transition from polis to Kastron in the Balkans (III - VII cc.): general and regional perspectives, Byzantine and Modern Greek Studies 18 (1994), 60-80· Věra Hrochová, Some specific features of byzantine cities in the 13th till 15th centuries, Byzantinoslavica 55/2 (1994), 347-359· Αnnetta Ilieva, Images of towns in Frankish Morea: the evidence of the “Chronicles” of the Morea and of the Tocco, Byzantine and Modern Greek Studies 19 (1995), 94-116· Α. Kazhdan, Polis and Kastron in Theophanes and in some other historical texts, Ευψυχία. Mélanges offerts à Héléne Ahrweiler, B΄, Paris 1998, 345-360. Άννα Αβραμέα, Η Βυζαντινή πόλη, Ώρες Βυζαντίου. Έργα και Ημέρες στο Βυζάντιο, Αθήνα-Θεσσαλονίκη-Μυστράς 2001, Η Πολιτεία του Μυστρά, Αθήνα 2001, 23-31· Ελισάβετ Α. Ζαχαριάδου, Πολίχνη και Πολίχνιον, Αφιέρωμα στον Νίκο Σβορώνο, τ. Α΄, Ρέθυμνο 1986, 242-246.  

[19] Το Καστρί είχε κατά τον Κριτόβουλο (144-145) μια πρόσβαση προστατευόμενη από τρείς σειρές τειχών. Ο ανώνυμος του Χρονικού των Τούρκων (104) αναφέρει πως ο Μεχμέτ Β΄ «ἐδιάβη εἰς τὸ Καστρί τὸ κάστρο καὶ ἐπῆρε τὸ ἐξώχωρο· καὶ ἐπαραδόθη καὶ τὸ κάστρο μὲ πόλεμον». Για την τριμερή οχύρωση οικισμένων χώρων που είναι γνωστή από άλλα παραδείγματα υστεροβυζαντινών κάστρων (Μυστράς, Μονεμβάσια), βλ. Αβραμέα, Βυζαντινή πόλη, ό.π., 31· Χατζηδάκης, Μυστράς, ό.π., 14· Α. Καλλιγάς-Χάρις Καλλιγά, Μονεμβασία. Ελληνική παραδοσιακή αρχιτεκτονική, Αθήνα 1985, 10, 18. Βλ. επίσης Ε. Καφεντζής, Μνημεία και τόποι της Αγόριανης, Λακωνικά 33 (1969), 71-73, όπου σημειώνει ότι το βυζαντινό χωριό της Αγόριανης Λακωνίας εκτεινόταν επί της κλιτύος όρους, στην κορυφή του οποίου υπάρχουν τα λείψανα κάστρου με τρείς ζώνες και τα θεμέλια του ναού του Αγίου Αθανασίου. Για τον όρο «εξώχωρον» που ταυτίζεται με το «εμπορείον-μπούρκο» (τειχισμένο ή ατείχιστο τμήμα ενός οικισμού ταυτιζόμενο με την Kάτω πόλη), βλ. Zakythinos, Morée, I, 168.

[20] Κριτόβουλος, 144-145. Για τα αρχαιολογικά δεδομένα του Καστρίου, βλ. Δ. Καλλιάνης, Το Κάστρο του Πρινοκοκκά, Λακωνικά 31 (1969), 28· του ιδίου, Ένας βυζαντινός χώρος το Καστρίτζι Λακεδαιμονίας, Λακωνικά 108 (1982), 86-87· Γ. Ν. Καλαβρυτινού, Παλαιά σπίτια στο Καστρί, Λακωνικά 140 (1988), 4. Ο δίκογχος βυζαντινός ναός της Παναγίας και του Αγίου Βασιλείου, το λεγόμενο Μετόχι, είναι γνωστός και ως μητρόπολη του οικισμού. Στο κάστρο υπάρχουν οι ναοί των Ταξιαρχών και της Παναγίας. Οι μεσαιωνικές οικίες είναι κτισμένες κάτω από το κάστρο (σημερινή συνοικία Αγίου Γεωργίου) από τις οποίες τα παλαιότερα πυργόσπιτα χρονολογούνται στον 16ο αιώνα. Για τη μονή Καστρίου της οποίας το παλαιό καθολικό φέρει μεταβυζαντινές τοιχογραφίες του 17ου αιώνα, βλ. Τ. Α. Γριτσόπουλος, Αναφορά εις δύο λακωνικά μνημεία Καστρί-Γεωργίτσι, Πελοποννηοσακά 22 (1997), 2-23.

[21] Κριτόβουλος, 145-146.

[22] Χαλοκονδύλης, 474.

[23] Κριτόβουλος, 145.

[24] Sphrantzes, 118. Πβ. Pseudo-Phrantzes, 544. Για το ανθρωπωνύμιο πρινοκοκκάς «ο πωλών πρινοκόκκι, κόκκο» για το οποίο ο Θεόφραστος (ΙΙΙ, 7, 3) αναφέρει πως «ἡ πρίνος (φέρει) τὸν φοινικοῦν κόκκον», βλ. Κ. Άμαντος, Γλωσσικά, Byzantinische Zeitschrift 28 (1928), 16-17.  

[25] Pseudo-Phrantzes, 544: «μετὰ συνηβάσεως, ἵνα μὴ ἀθετήσῃ τὰ ἑαυτῶν ἤθη καὶ νόμιμα· ὅς [ο αμηράς] ὑπὲρ ταῦτα καὶ ἄλλας πλείστας χάριτας αὐτοῖς ἐπηγγείλατο». Βλ. την επισήμανση και από τον Setton, The Papacy, ό.π., 225.

[26] Χαλκοκονδύλης, 474. Για τη χρήση του όρου «ομολογία» που αφορά σε συμφωνία παράδοσης των πολιορκουμένων στους πολιορκητές, βλ. Χαλκοκονδύλης, 444, 445· Κριτόβουλος, 122, 124, 147.

[27] Sphrantzes, 118.

[28] Κριτόβουλος, 145.

[29] Κριτόβουλος, 147.

[30] Χαλκοκονδύλης, 474, 13-17.

[31] Κριτόβουλος, 146. Το «φρούριον Γαρδίκιον καλούμενον ἀνάλωτον πάντῃ καὶ ὀχυρώτατον...ἦν...παρὰ τὴν εἴσοδον τοῦ μεγάλου ὄρους τῆς Σπάρτης, ὅ δὴ Ζυγός λέγεται». Η πρόσβαση στο οχυρό γινόταν «μιᾳ δὴ μόνῃ παρόδῳ καὶ ταύτῃ βραχείᾳ τὴν εἴσοδον ἔχουσα».

[32] Κριτόβουλος, 146.

[33] Κριτόβουλος, 146.

[34] Δ. Δημητράκου, Μέγα λεξικόν της ελληνικής γλώσσης, Αθήναι 1933-1950, στο λ. αζάπης «ο ανήκων εις τουρκικόν στρατιωτικόν σώμα του οποίου οι στρατιώτες υπεχρεούντο εις αγαμίαν».

[35] Χαλκοκονδύλης, 474.

[36] Χρονικόν Τούρκων, 104.

[37] Χαλκοκονδύλης, 474-475.

[38] Χαλκοκονδύλης, 475.

[39] Χαλκοκονδύλης, 475: «ἐπυθόμην δὲ μετὰ ταῦτα τῶν περιοίκων γενέσθαι τὰ σώματα ἀμφὶ τὰ ἐξακισχίλια, ὑποζύγια δὲ πολλαπλάσια».

[40] Sphrantzes, 118· Pseudo-Phrantzes, 544.

[41] Οι Μποχαλέοι έτρεφαν φοβερό μίσος κατά του Θωμά Παλαιολόγου, ο οποίος είχε τυφλώσει τον Θεόδωρο Μπόχαλη, «huomo di gradissima conditione et primario de tutto el Peloponnesso», ο οποίος ως υπήκοος του δεσπότη είχε δικαιοδοσία στην κοπή νομισμάτων. Sathas, Documents, ό.π., 156. Πβ. Hopf, Chroniques, ό.π., 331. Βλ. και Zakythinos, Μοrée, Ι, 141, σημ. 1, όπου θεωρεί αμφίβολη την κοπή νομισμάτων από τον Θωμά, καθώς δεν υπάρχει ανάλογη αρχαιολογική μαρτυρία. Για το οικογενειακό όνομα Μπόχαλης που απαντά από τον 14ο αιώνα στην Πελοπόννησο, βλ. Μπίρης, Αρβανίτες, ό.π., 122, 125, 137, 180, 183, 199, 260· Prosopographisches Lexicon, ό.π., αρ. 1983-1986. Απαντούν, επίσης, τα ανθρωπωνύμια Πόχαλης-Πούχαλης-Πέχαλις-Μπόχαλης-Μπούχαλης (Κόμης, Μάνη, 66, σημ. 3).

[42] Pseudo-Phrantzes, 544. Βλ. τις παρατηρήσεις και από τον Setton, The Papacy, ό.π., 226.

[43] Χαλκοκονδύλης, 475.

[44] Sphrantzes, 118.

[45] Kριτόβουλος, 147.

[46] Sphrantzes, 114. Βλ. επίσης Timo Dilo, Les luttes des Albanais du Peloponnèse contre les Turcs au XVe siècle, Deuxième Conférence, τ. 1ος, Τirana 1969, 251-260· Α. Ducellier, Οι Αλβανοί στην Ελλάδα(13ος-15ος αι.). Η μετανάστευση μιας κοινότητας, μετάφραση: Κατερίνα Νικολάου, Αθήνα 1994,43-46· Κ. Κόμης, Πληθυσμός και οικισμοί της Μάνης, 15ος-19ος αιώνας, Ιωάννινα 1995, 65-66 (στο εξής Κόμης, Μάνη). Οι Αλβανοί, κινούμενοι από αίσθημα δύναμης, εξεγέρθηκαν κατά των δεσποτών του Μυστρά, στα μέσα του 15ου αιώνα (1423, 1453, 1454, 1458, 1459), ως συνέπεια της ενδοτικής στάσης του δεσπότη Δημητρίου απέναντι στους Τούρκους, αλλά δεν έλειπαν και τα οικονομικά αίτια. Στην Πελοπόννησο δημιουργήθηκε μια νέα ιθύνουσα τάξη, ελληνοαλβανική, με σημαντικούς εκπροσώπους, όπως ο στρατιωτικός ηγέτης Μανουήλ Μπόχαλης και ο πατριάρχης Νήφων. Το β΄ μισό του 15ου αιώνα Αλβανοί εμφανίζονται ως μισθοφόροι στο πλευρό των Βενετών και στην περιοχή της Μάνης.

Εγγραφείτε στο NewsLetter για άμεση και έγκυρη πληροφόρηση για τα νέα της κοινότητάς μας

ΡΟΗ ΕΙΔΗΣΕΩΝ


Ειδήσεις, powered by iNews

ΠΡΩΤΟΣΕΛΙΔΑ

ΠΡΟΓΡΑΜΜΑ TV