Polydeuces.gr

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τριοτέλι και τριέτικο είναι το τρίχρονο άλογο, μουλάρι, τράγος. Φυσικά η βάση της λέξης είναι ο αριθμός τρία. Τριότα είναι η προβατίνα που γέννησε για τρίτη φορά. Τριότα επίσης λέγεται το γνωστό παιχνίδι τρίλιζα όπου ο παίχτης προσπαθεί να τοποθετήσει τρία πετραδάκια σε ευθεία γραμμή. Στα μπουλούκια των πλανόδιων κτιστών από την Αρκαδία, υπήρχε μία εσωτερική οργάνωση και ιεραρχική τάξη με προσωρινή διάρκεια χωρίς νομική υπόσταση. Ο πρωτομάστορας, οι μαστόροι, ο τριότης και τα μαστορόπουλα. Ο τριότης ήτανε, άμεσος βοηθός των μαστόρων γιατί τους εφοδίαζε με λάσπη (κάλφας ή λασπολόγος) και επέβλεπε τα μαστορόπουλα, «ήταν ο επιλοχίας του μπουλουκιού». Ο πρωτομάστορας ήτανε ο αρχηγός της κομπανίας. Οι μαστόροι ήταν οι τεχνίτες που έχτιζαν και δούλευαν κατά ζεύγη, ο ένας ο έμπειρος και παλιός κτίστης στην εξωτερική πλευρά του τοίχου (φατσαδόρος) και ο δεύτερος νέος και άπειρος στην εσωτερική (μεσομάστορης). Υπήρχε κι ένας πελεκάνος κι ένας νταμαρτζής (λιθαράς). Ο πελεκάνος λάξευε (πελεκούσε) τα αγκωνάρια, τα υπέρθυρα, τις παραστάδες (θυρώματα). Στις περιπτώσεις που ολόκληροι τοίχοι χτίζονταν με λαξευτή πέτρα, οι πελεκάνοι ήσαν περισσότεροι. Η δουλειά του πελεκάνου απαιτούσε πολύχρονη πείρα της οικοδομικής τέχνης και κάποια καλλιτεχνική ευαισθησία. Γι’ αυτό την ειδικότητα του πελεκάνου ασκούσε πολλές φορές ο πρωτομάστορας. Αυτός γώνιαζε (σχεδίαζε) το οικοδόμημα σ’ ένα χαρτί ή στο έδαφος, σκάλιζε στ’ αγκωνάρια λουλούδια, σταυρούς, επιγραφές και άλλα διακοσμητικά σύμβολα. Ο ίδιος έφτιαχνε το σκάρπο (τον τοίχο με κλίση), τις αποτμήσεις στις γωνίες (φάλτσο, φαλτσογωνιές) και άλλες δύσκολες κατασκευές. Ο Αδαμάντιος Κοραής, ονομάζει πελεκανία το νταμάρι (το πετροκόπι).

 

πασπαλιάρης: όταν αλέθανε στο μύλο, ήτανε ένα παιδί βοηθός το μυλωνόπουλο που δεν πληρωνότανε αλλά μάζευε την πάσπαλη, τη σκόνη που σηκωνότανε κατά το άλεσμα και καθότανε στις άκρες. Πιθανόν να προέρχεται από την αρχαία λέξη παιπάλη, που σήμαινε το λεπτότατο αλεύρι από στάρι, κριθάρι, κεχρί κ.ά. Επιπάσσω= πασπαλίζω και επίπαστος= πασπαλισμένος. Επίπαστον είναι είδος πλακούντα (πίτας) πασπαλισμένου με καρυκεύματα κυρίως αλμυρά (Ηρόδοτος, Λουκιανός, Θεόκριτος, Πλάτων, Αριστοφάνης). Ο Όμηρος αναφέρει πως έβαζαν στα τραύματα θεραπευτικά φάρμακα σε σκόνη, «οδυνήφατα φάρμακα πάσσων, επιπάσσων». Και όταν κάποιος κοιμόταν ελάχιστα ή καθόλου έλεγαν μεταφορικά «ουδέ πασπάλην ύπνου». Στο χωριό όταν έπεφτε λίγο χιονάκι (πασπαλιστό) λέγανε «ρίνει πασπάλα». Αλλά και στη ζαχαροπλαστική χρησιμοποιείται ο όρος πασπαλίζω ή ρίχνω πασπαλιστά. Στη Λακωνία κατά τον Κορύλλο έφτιαχναν σύγγλινο με αυγά (καγιανά, χοιρνοκαγιανά). Οι φτωχότεροι έφτιαχναν πασπαλά. Έβαζαν σε τηγάνι κομματάκια παστού (τον εξωτερικό λιπώδη ιστό), προσθέτανε δυο χουλιάρια λίπος, ανάλογο νερό και όταν άρχιζαν να βράζουν πασπάλιζαν σιγά- σιγά με αλεύρι και ανακάτευαν συνέχεια μέχρι να γίνει ένας πηχτός χυλός και να τρώγεται με το πιρούνι. Όσοι δεν είχαν κρέας και λίπος φτιάχνανε πασπαλά μόνο με λάδι και νερό, δηλ. χυλό. Οι Λατίνοι το λεπτό αλεύρι που ήταν άχνη το έλεγαν pollen. Οι σημερινοί Ιταλοί φτιάχνουν πολέντα (δηλ. πασπαλά) με αλεύρι, λάδι, νερό κι αλάτι. Προτιμούν καλαμποκάλευρο και σερβίρουν με παρμεζάνα.

 

Μπουζιάνι (και ξεμπουζιανιάστηκα): είναι το μέρος που πιάνουμε στο τσουβάλι για να το μεταφέρουμε. Άλλος λέει μπουζιάνι το πάνω μέρος του τσουβαλιού, το λαιμό δηλαδή που το δένουμε με σπάγκο ή σύρμα. Άλλοι λένε πως είναι τα δυο ακρινά αυτιά του τσουβαλιού στο κάτω μέρος, στη βάση δηλαδή. Όταν λοιπόν συνεργάζονται δυο για το κουβάλημα ο ένας πιάνει από το πάνω μέρος και ο άλλος από τις δύο κάτω άκρες. Όταν αυτά τα πιασίματα ξεφύγουν ή λυθούν τότε μιλάμε για ξεμπουζιάνισμα. Η λέξη χρησιμοποιούνταν και μεταφορικά. Όταν στο καταχείμωνο οι γυναίκες ντύνονταν σαν κρεμμύδια, πάνω στις δουλειές που ζεσταίνονταν άρχιζε το βάλε-βγάλε, τα ρούχα φεύγανε από τη θέση τους και τότε άκουγες ένα απελπισμένο «ξεμπουζιανιάστηκα».

 

Κοκοφρίκι: στο χωριό πολλές φορές ακούμε τη λέξη κοκοφρίκι που δηλώνει κάτι πολύ νόστιμο. Σε λαογραφική εργασία αναφέρεται: « κορκοφίγκι= ιδιότυπο γλυκό το οποίο κατασκευάζεται με το πρωτόγαλα μετά από τη γέννα των ζώων. Ψήνεται με χωρίς τίποτα μόνο με το γάλα στα κάρβουνα ή στο φούρνο. Είναι το νοστιμότερο γλυκό που έχω φάει». Με τα δεύτερο γάλα φτιάχνουν την κολόστρα, επίσης νόστιμη.