Polydeuces.gr

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

 Με­ρι­κοί μπο­ρεῖ νά χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται καί σέ ἄλ­λα μέ­ρη.
Ἀ­ξί­ζει νά δι­α­τη­ροῦν­ται αὐ­τές οἱ ἰ­δι­αι­τε­ρό­τη­τες πού δί­νουν ἕ­να χρῶ­μα στή ζω­ή μας.
Συλ­λο­γή Εὐ­αγ­γέ­λου Ἀν­δρια­νοῦ*.

Ι­ΔΙ­Ω­ΜΑ­ΤΙ­ΣΜΟΙ ΔΗ­ΜΟΥ ΠΕΛ­ΛΑ­ΝΑΣ
Α
Ἀγ­κω­νή = ἡ γω­νί­α, κυ­ρί­ως αὐ­τή πού εἶ­ναι κον­τά στό τζά­κι.
Ἀ­λε­τρο­πό­δα = ὁ ἀ­στε­ρι­σμός τῆς Πού­λιας. Ἐξ αἰ­τί­ας τοῦ σχή­μα­τός του.
Ἁ­λι­κον­τά­ω = ἐμ­πο­δί­ζω, ἀ­πο­τρέ­πω.
Ἁ­λω­νά­ρης = ὁ μή­νας Ἰ­ού­λιος.
Ἄ­μο­ρος = ἄ­τυ­χος, ἀ­νε­πρό­κο­πος. Ἀ­πό τό ἀρ­χαῖ­ο λα­κω­νι­κό μό­ρα=μοί­ρα, με­ρί­δα.
Ἀ­νά­νοι­γο = κλει­στό, αὐ­τό πού δέν ἔ­χει ἀ­νοι­χθεῖ.
Ἀ­νε­βά­στα­γος = ἀ­νυ­πό­μο­νος.
Ἀ­νε­γνώ­ρι­μος = ἀ­γνώ­ρι­στος.
Ἀν­τί = τό κυ­λιν­δρι­κό ξύ­λο τοῦ ἀρ­γα­λει­οῦ στό ὅ­ποι­ο τυ­λί­γε­ται τό ὑ­φαν­τό κα­τά τήν ὕ­φαν­ση.
Ἀν­τί­λη­ψη = ἐγ­κε­φα­λι­κό ἐ­πει­σό­διο, συμ­φό­ρη­ση.
Ἀν­τρο­μή­δα = ὑ­φαν­τό μέ­τριου πά­χους.
Ἀρ­κου­δό­βα­το = ἡ ἀ­γρι­ο­τρι­αν­τα­φυλ­λιά.
Ἀρ­μα­κᾶς = ἀ­κα­τά­στα­τος σω­ρός ἀ­νό­μοι­ων πραγ­μά­των.
Ἀ­σφά­κα = μι­κρός θά­μνος πού μοιά­ζει μέ τό τσά­ϊ τοῦ βου­νοῦ, ἄλ­λα δέν ἔ­χει οὔ­τε τό ἄ­ρω­μά του οὔ­τε τή χρη­σι­μό­τη­τά του.
Β
Βα­βί­ζω = γαυ­γί­ζω.
Βε­δού­ρα = μι­κρό δο­χεῖ­ο με­τα­φο­ρᾶς φα­γη­τοῦ.
Βε­λέν­τζα = χον­δρό χνου­δω­τό ὑ­φαν­τό ἀ­πό πρό­βιο μαλ­λί, πο­λύ ζε­στό.
Βί­κα = στά­μνα. Ἀ­πό τήν ἀρ­χαί­α λέ­ξη «βί­κος» μέ τήν ἴ­δια ση­μα­σί­α πού ἀ­παν­τᾶ­ται στόν Ἡ­ρό­δο­το.
Βο­λο­δέρ­νω καί πα­λα­μο­δέρ­νω=γυ­ρί­ζω ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ κα­τά­κο­πος χω­ρίς νά φέρ­νω ἀ­πο­τέ­λε­σμα.
Γ
Γα­ϊ­δου­ρογ­κού­στε­ρος = με­γά­λη πρά­σι­νη σαύ­ρα.
Γι­ορ­γά­νι = πά­πλω­μα.

Γι­ού­κος = τα­κτο­ποι­η­μέ­νος σω­ρός σκε­πα­σμά­των καί γε­νι­κά

ὑ­φαν­τῶν.
Γι­ού­λας = χα­ϊ­δευ­τι­κό τοῦ Γι­ώρ­γη [στό Γε­ωρ­γί­τσι].
Γου­ρου­νί­τσα = παι­δι­κό παι­χνί­δι. Οἱ παῖ­κτες κτυ­ποῦν μέ ρα­βδιά ἕ­να μι­κρό κομ­μά­τι ξύ­λου προ­σπα­θών­τας νά τό βά­λουν σέ μί­α μι­κρή τρύ­πα στό ἔ­δα­φος.
Γρά­βα­λο = γε­ωρ­γι­κό ἐρ­γα­λεῖ­ο μέ σι­δε­ρέ­νια δόν­τια, ἡ τσουγ­κρά­να.    
­
Δ
Δέν­δρο = ἡ βε­λα­νι­διά.
Δυ­ά­ζι­μος = Δυ­ό­σμος.
 
Θ
Θε­ρι­α­κω­μέ­νος = ἄν­θρω­πος ἤ πράγ­μα μέ ὑ­περ­βο­λι­κό μέ­γε­θος.
Θε­ρι­στής = ὁ μή­νας Ἰ­ού­νιος
 
Ι
Ἰ­διά­ζω = τα­κτο­ποι­ῶ τά νή­μα­τα πού θά χρη­σι­μο­ποι­η­θοῦν στόν ἀρ­γα­λει­ό
Ἰ­λά­λι = ἀ­λή­της, ἄ­σω­τος, ἀ­νε­πρό­κο­πος, τεμ­πέ­λης [στό Κα­στό­ρει­ο, Κα­στα­νιά].
 
Κ
Κα­κα­ει­δός = μι­κρο­κα­μω­μέ­νος καί ἄ­σχη­μος.
Κα­κα­ρί­θια­κας = μι­κρό που­λά­κι, ὁ τρυ­πο­κά­ρυ­δος.
Κα­κο­ζά­κα­νος = μι­κρο­κα­μω­μέ­νος καί κα­κο­φτι­αγ­μέ­νος, ἀρ­ρω­στιά­ρης.
Κα­μά­ρι = πέ­τρι­νη βρύ­ση.
Κα­ρα­βο­κύ­ρης = αὐ­τός πού μέ­τρα­γε τό λά­δι μέ τή μπό­τσα στά ἐ­λαι­ο­τρί­βεια.
Κα­ρούμ­πα­λο = ὁ καρ­πός τοῦ πεύ­κου καί τοῦ ἔ­λα­του καί τό ἐ­ξόγ­κω­μα πού προ­κα­λεῖ­ται ἀ­πό κτύ­πη­μα στο­ό κε­φά­λι.
Κά­σα = ντε­νε­κές πε­τρε­λαί­ου [στό Γε­ωρ­γί­τσι].
Κα­τσα­χνιά = κα­τα­χνιά,ὁ­μί­χλη.
Κε­ρε­στές = ξυ­λεί­α.
Κο­κό­σι­ες = τά κα­ρύ­δια, κυ­ρί­ως στό Γε­ωρ­γί­τσι.
Κου­τσι­ουμ­πός = κον­τός καί κα­κο­φτι­αγ­μέ­νος.
Κω­λο­στρομ­πό­νι = μι­κρή στρογ­γυ­λή πέ­τρα. Στό παι­χνί­δι «ἀ­μά­δες» τήν ἔ­βα­ζαν πά­νω σέ μί­α με­γά­λη πέ­τρα καί ἀ­πό ἐ­κεῖ προ­σπα­θοῦ­σαν νά τήν ρί­ξουν οἱ παῖ­κτες.
 
Λ
Λα­μα­σό­νες = γυ­ναῖ­κες κα­κό­τρο­πες καί μα­χη­τι­κές. Ἴ­σως πα­ρα­φθο­ρά τοῦ ὀ­νό­μα­τος τῶν μα­χη­τι­κῶν Ἀ­μα­ζό­νων
Λευ­τή­ρα = πε­τα­λού­δα.

Λίμ­πα = με­γά­λα με­ταλ­λι­κά δο­χεῖ­α ὑ­γρώv, κυ­ρί­ως λα­διοῦ.

Λι­τρου­βά­ρης = ὁ ἐρ­γά­της τώv λι­τρου­βι­ώv.
Λι­τρου­βιό = τό πα­λιό ἐ­λαι­ο­τρι­βεῖ­ο
Λι­ό­σμος = τό ἀ­v­α­κα­τεμ­μέ­v­ο μέ v­ε­ρό κα­τα­κά­θι τοῦ λα­διοῦ.
Λότ­ζα = ἀ­γρο­τι­κό ὑ­πό­στε­γο.
Λού­κι = χο­v­δρός σω­λή­v­ας v­ε­ρού καί τό ἐ­σω­τε­ρι­κό τοῦ καρ­ποῦ τοῦ ἀ­ρα­πο­σι­τιοῦ πού μέ­v­ει με­τά τήv ἀ­φαί­ρε­ση τώv σπό­ρωv.
 
Μ
Μά­λε = πά­ρα πο­λύ [στό Γε­ωρ­γί­τσι]. Ἀ­πό τό ἀρ­χαῖ­ο μά­λα.
Μα­μου­κα­λιά = φυλ­λο­βό­λο δέ­v­δρο μέ ρό­δι­v­α ἄ­v­θη, ἡ κου­τσου­πιά.
Με­λε­ού­v­ια = ἑ­κα­τομ­μύ­ρια [στό Γε­ωρ­γί­τσι].
Με­v­ί­δα = πο­τα­μί­σιο ψά­ρι.
Μπα­ΐ­ρια = χω­ρά­φια ἀ­καλ­λι­έρ­γη­τα γιά πολ­λά χρό­v­ια.
Μπαμ­πού­γε­ρας = σκα­θά­ρι.
Μπα­τα­v­ί­α = λε­πτό ὑ­φα­v­τό σκέ­πα­σμα.
Μπε­σί­κι = ἡ κού­νια τοῦ μω­ροῦ.
Μπί­ζια = τά Φα­σό­λια λό­πια.
Μπλε­ζο­v­ιά = καρ­πού­ζι.
Μπο­ρί­τσα = τό πεῦ­κο.
Μπό­τσα = δο­χεῖ­ο πού χω­ροῦ­σε δυ­ό ὀ­κά­δες λά­δι.
Μπου­γέ­λο = δο­χεῖ­ο ὑ­γρώv.
Μπου­ρά­ω = κου­του­λά­ω.
Μπου­ρί­ζω = γκρε­μί­ζω.
Μπουρ­μπου­τσέ­λια = οἱ καρ­ποί τοῦ ἀρ­κου­δό­βα­του καί γε­v­ι­κά μι­κροί ἄ­γριοι καρ­ποί πού δέv τρώ­γο­v­ται.
Μπου­ρού­σι = ἐ­ξόγ­κω­μα τοῦ κε­φα­λιοῦ.
Μπρά­σκα = με­γά­λος βά­τρα­χος τῆς στε­ριᾶς, ὁ φρύ­v­ος.
Μω­ρό­χαυ­λος = τε­λεί­ως ἀ­v­ό­η­τος.
 
Ν
 
Νά­κα = Φο­ρη­τό μέ­σο με­τα­φο­ρᾶς τοῦ μω­ροῦ. Έ­v­α. δέρ­μα ἤ χο­v­τρό ὕ­φα­σμα μέ δυ­ό ξύ­λα στίς ἄ­κρες καί μέ μί­α λου­ρί­δα πού ἔ­βα­ζε ἐ­κεῖ ἠ­μη­τέ­ρα τό μω­ρό, τό κρέ­μα­γε στόv ὦ­μο καί τό ἔ­παι­ρv­ε μα­ζί της στό χω­ρά­φι ὅ­που δού­λευ­ε.
Ντε­ρο­κό­βο­μαι = ὑ­πο­φέ­ρω, κυ­ρί­ως ἀ­πό πό­v­ους στήv κοι­λιά.
 
Ξ
 
Ξε­λου­κά­ω = κα­θα­ρί­ζω τόv καρ­πό τοῦ ἀ­ρα­πο­σι­τιοῦ ἀ­πό τά φύλ­λα του.
Ξεμ­πρου­σκά­ρω = ἀ­πο­λύ­ω τά ὑ­γρά ἀ­φοῦ κα­θα­ρί­σω τήv ἀ­πό­φρα­ξη.

Ξε­νο­δι­α­βά­ζω = ἀλ­λά­ζω τά σπα­σμέ­να κε­ρα­μί­δια τῆς στέ­γης μέ νέ­α, [στό Κα­στό­ρει­ο, ἴ­σως ἀ­πό τό δι­α­βαί­νω καί βά­ζω ξέ­να, δη­λα­δή ἄλ­λα κε­ρα­μί­δια].

 
Π
 
Πα­λα­μο­δέρ­νω = γυ­ρί­ζω ἐ­δῶ καί ἐ­κεῖ κα­τά­κο­πος χω­ρίς νά φέρ­νω ἀ­πο­τέ­λε­σμα.
Πα­να­ΐ­τσες = μι­κρά λευ­κά ἄν­θη μέ ὡ­ραῖ­ο λε­πτό ἄ­ρω­μα.
Πα­ρα­γώ­νι = ὁ χῶ­ρος δί­πλα ἀ­πό τό τζά­κι.
Πι­νά­κλι = μι­κρό ξύ­λι­νο δο­χεῖ­ο γιά τό φα­γη­τό πού ἔ­παιρ­ναν οἱ ἀ­γρό­τες στά χω­ρά­φια.
Πρω­τιό = καυ­στι­κό ὑ­γρό πού πα­ρά­γε­ται κα­τά τή δι­α­βρο­χή τοῦ ἀ­σβέ­στη.
Πρω­τορ­ρά­κι = τό πρῶ­το ἀ­πό­σταγ­μα ἀ­πό τά τσί­που­ρα, πο­λύ δυ­να­τό πο­τό.
 
Ρ
Ρίμ­πος = μι­κρό που­λά­κι μέ κόκ­κι­νο λαι­μό. Με­τα­φο­ρι­κῶς ὁ μι­κρο­κα­μω­μέ­νος ἄν­θρω­πος.
Ρουμ­πού­κι = ὁ καρ­πός τοῦ ἀ­ρα­πο­σι­τιοῦ.
Ρου­πά­κι = τό μι­κρό δέν­δρο βε­λα­νι­διά σέ μέ­γε­θος θά­μνου.
Ρουτ­ζώ­νω = γί­νο­μαι σκυ­θρω­πός ἀ­πό θυ­μό ἤ πεῖ­σμα.
 
Σ
Σά­ι­σμα = χον­τρό ὑ­φαν­τό ἀ­πό μαῦ­ρο γί­δι­νο μαλ­λί. Χρη­σι­μο­ποι­εῖ­ται κυ­ρί­ως γιά τό στρώ­σι­μο κρε­βα­τιοῦ ἤ πα­τώ­μα­τος.
Σα­ϊ­κώ­νω, σα­ϊ­κώ­νο­μαι = ἀ­σφα­λί­ζω, ἀ­σφα­λί­ζο­μαι γε­ρά, κυ­ρί­ως κα­τά τοῦ κρύ­ου, ντύ­νο­μαι βα­ρειά.
Σα­λα­βα­κή = θό­ρυ­βος ἀ­πό πολ­λούς ἀν­θρώ­πους ἡ ζῶ­α.
Σβω­λο­κο­πά­ω = ἀ­κο­λου­θῶ τό ἀ­λέ­τρι καί σπά­ζω τούς βώ­λους πού γί­νον­ται κα­τά τό ὄρ­γω­μα.
Σέ­κιο = με­ταλ­λι­κός στρογ­γυ­λός κου­βάς.
Σερ­γού­νι = δι­α­πόμ­πευ­ση. Τόν ἔ­βγα­λε σερ­γού­νι = τόν ἔ­κα­με ρε­ζί­λι δη­μο­σί­ως.
Σι­φου­νά­ω = στε­γνώ­νω.
Σκλα­βά­κια = τό παι­δι­κό παι­χνί­δι ἀμ­πά­ρι­ζα. Οἱ παῖ­κτες κά­θε μιᾶς ἀ­πό τίς σέ δυ­ό ἀν­τι­κρι­στές σει­ρές προ­σπα­θοῦν νά αἰχ­μα­λω­τί­σουν παῖ­κτες τῆς ἀν­τί­θε­της σει­ρᾶς.
Σμερ­δά­κι = μι­κρό πο­νη­ρό πνεῦ­μα τῆς λα­ϊ­κή ς δο­ξα­σί­ας. Κυ­ρί­ως στό Γε­ωρ­γί­τσι.
Σκου­τί = ροῦ­χο.
Σουρ­τού­κι = πα­λη­άν­θρω­πος.
Σου­σου­νού­ρα = ἡ σου­σου­ρά­δα.

Στη­γε­ρό = τό ὄρ­θιο ξύ­λο στό κέν­τρο τοῦ ἁ­λω­νιοῦ ἀ­πό τό ὁ­ποῖ­ο δέ­νε­ται τό ἄ­λο­γο πού ἁ­λω­νί­ζει.

Στρω­σί­δια = αὐ­τά πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιά τό στρώ­σι­μο τοῦ κρε­βα­τιοῦ.
Σύγ­κρι­ες = δυ­ό γυ­ναῖ­κες στό ἴ­διο σπί­τι, συ­νή­θως νύ­φη καί πε­θε­ρά.
Συ­ναυ­λα­κά­ρη­δε = αὐ­τοί πού πο­τί­ζουν τά κτή­μα­τά τους ἀ­πό τό ἴ­διο αὐ­λά­κι.
 
Τ
Τα­ρα­κλιᾶς = ψη­λός καί ἀ­σου­λού­πω­τος ἄν­δρας.
Τεμ­πι­χιά­ζω = προ­ει­δο­ποι­ῶ μέ αὐ­στη­ρό­τη­τα, κά­νω κά­ποι­ον ἔν­το­να προ­σε­κτι­κό.
Τί­κλα = ἐ­πί­πε­δη πέ­τρι­νη πλά­κα καί με­γά­λη πέ­τρα μέ ἐ­πί­πε­δη ἐ­πι­φά­νεια. Τί­κλα λέ­γε­ται καί τό σύ­νο­λο τῶν ὑ­ψω­μά­των στά νό­τια τοῦ Κα­στο­ρεί­ου.
Τι­κλώ­νω = γε­μί­ζω μέ πο­λύ κα­πνό ἤ ὁ­μί­χλη ὥ­στε νά ἡ βλέ­πω. .
Τρα­κά­δα = τα­κτο­ποι­η­μέ­νος σω­ρός καυ­σό­ξυ­λων.
Τρά­σι­το = με­γά­λο ὑ­φαν­τό σακ­κί.
Τρυ­γη­τής = ὁ μή­νας Σε­πτέμ­βριος
Τσα­λα­μα­κα­νά­ω = φλυα­ρῶ ἡ φι­λο­νι­κῶ μέ θό­ρυ­βο.
Τσό­τρα = μι­κρό ξύ­λι­νο στρογ­γυ­λό βα­ρε­λά­κι, εἰ­δι­κό γιά τή ρα­κή.
 
Φ
Φλέ­τσια = τά φύλ­λα τοῦ καρ­ποῦ τοῦ ἀ­ρα­πο­σι­τιοῦ.
 
Χ
Χλι­αμ­πού­τα = πο­λύ χλια­ρό ὑ­γρό, κυ­ρί­ως νε­ρό.
Χοιρ­νο­κά­δι = μα­κρό­στε­νο ξύ­λι­νο δο­χεῖ­ο στό ὁ­ποῖ­ο φυ­λά­γε­ται τό χοι­ρι­νό κρέ­ας με­τά τό κά­πνι­σμα καί τό βρά­σι­μο.
Χον­δρι­κά = τά χον­δρά ὑ­φαν­τά ὅ­πως πα­πλώ­μα­τα, ἄλ­λα σκε­πά­σμα­τα τοῦ κρε­βα­τιοῦ καί αὐ­τά πού χρη­σι­μο­ποι­οῦν­ται γιά τό στρώ­σι­μο τοῦ πα­τώ­μα­τος.
Χο­ρή­γι = ὁ ἀ­σβέ­στης.
Χουρ­χου­λιός = νυ­χτο­πού­λι πού ἀ­κού­γε­ται σέ πε­ρί­ο­δο ὑ­γρα­σί­ας.
 
Ψ
Ψα­ϊ­λα = πρό­χει­ρος, ἀ­πε­ρι­ποί­η­τος καί ἀ­κα­τά­στα­τος χῶ­ρος δι­α­μο­νῆς μέ ἐ­λά­χι­στα πράγ­μα­τα.
 
 * Ὁ Εὐ­άγ­γε­λος Ἀν­δρια­νός εἶ­ναι ἐ­πί­τι­μος ἀ­ρε­ο­πα­γί­της, κα­τοι­κεῖ στό Κα­στό­ρι - Κα­στα­νιά