Polydeuces.gr

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

Τέλη Σεπτεμβρίου πέθανε στην Αθήνα ο φιλόλογος Πάνος Ηλιάδης.Ο Πάνος Ηλιάδης υπηρέτησε στο Λύκειο Καστορείου το 1977-1979, μέσα στα χρόνια της μεταπολίτευσης που η Ελλάδα ανασκουμπώθηκε, ξεθάρρεψε, μίλαγε ελεύθερα. Οι δικοί του, μετά τις σφαγές των Αρμενίων το 1917 και τη Μικρασιατική Καταστροφή, αναγκάστηκαν να φύγουν από την Τρίπολη του Πόντου και ήρθαν και ρίζωσαν στον προσφυγικό συνοικισμό Καλλιθέας, όπου γεννήθηκε και ανδρώθηκε.

Έπεσε στα δύσκολα χρόνια της Κατοχής, αλλά ο μικρός Πάνος παρ’ όλες τις οδυνηρές περιπέτειες και τη διακοπή της μαθητικής του ζωής, κατάφερε να περατώσει τις σπουδές του και να πάρει το πτυχίο φιλολογίας αφού παρακολούθησε μαθήματα από κορυφαίους πανεπιστημιακούς. Ένας κοσμοπολίτης που ταξίδεψε στην Αμερική, στην Ευρώπη, στην Αφρική σαν άλλος Οδυσσέας που «πολλών ανθρώπων ίδεν άστεα και νόων έγνω".

Άνθρωπος δημοκρατικός, σοβαρός, με λεπτό χιούμορ, δηκτικό μερικές φορές αλλά πάντα διδακτικό. Αγαπητός στις παρέες, ευχάριστος συνομιλητής, ευγενής, αστείρευτη πηγή ιδεών και γνώσης. Κέρδισε το σεβασμό μαθητών και καθηγητών αλλά και των ανθρώπων της αγοράς και του κάμπου. Με διακριτικό τρόπο καθοδηγούσε τους νέους συναδέλφους του και πλούτισαν τη βιβλιοθήκη τους με σημαντικά έργα. Αλλά και η βιβλιοθήκη του σχολείου μας κατέχει σημαντικά βιβλία που αγοράστηκαν με δική του υπόδειξη.

Αυτός ο άνθρωπος λοιπόν μετά από τέσσερις σχεδόν δεκαετίες λίγο πριν από τη δύση του κοντά στα ενενήντα, θυμόταν τη Λουσίνα, την Κουτσουρούμπα, το Μανίκα το γεωπόνο, το Δημητράκη τον Κραμποβίτη με το βιβλιοπωλείο, το Νίκο τον Αρφάνη, τον Μπάμπη τον Παπαδόπουλο, τον Κώστα τον Μπασκουρέλο, τη Βορδώνια σαν φωλιά δημοκρατικών ανθρώπων κ. ά.   Ενδιαφέρθηκε για την εξέλιξη των μαθητών του από την Καστανιά αλλά και από τα γύρω χωριά. Είχε την αγαθή τύχη να τον περιποιηθεί στοργικά η αδελφή του Άννα, «η Αννούλα μας» όπως έγραψε ο ίδιος, αλλά είχε και την ατυχία όταν ήταν έφηβος να οδηγηθεί μαζί με τον πατέρα του σε στρατόπεδο συγκέντρωσης στη Γερμανία. Είχε κατασταλάξει μέσα του «μνησιπήμων πόνος» και από τον Αύγουστο του 2013 μέχρι το Μάη του 2014, έγραψε τα ενθυμήματά του, από τα οποία παραθέτουμε απόσπασμα:

 

”Τα πρώτα βαγόνια με τους Βυρωνιώτες τα χώρισαν και τους πήγαν στο Saarbruken (Σααρμπρίκεν), όπου κατασκεύαζαν ένα αεροδρόμιο και τάφρους, όπως μάθαμε αργότερα. Τα υπόλοιπα βαγόνια με εμάς τους ομήρους από το Δουργούτι, μας πήγαν σε μια μικρή πόλη της Βυρτεμβέργης, το Γκαϊσλίγκεν (Geislingen-Steige) για να κατασκευάσουμε έξι στοές σ’ ένα λόφο έξω από το Geislingen. Το έργο είχε αναλάβει η Οργανιζασιόν Τοτ. (Organisatio Todt) ένα από τα όργανα τυραννίας του Χίτλερ σε συνεργασία με την Firma Albert και με την προμήθεια εργατών από τα μπλόκα που έκαναν τα προδοτικά τάγματα Ασφαλείας από κοινού με τους Γερμανούς. Ήταν, θυμάμαι, 28 Αυγούστου του 1944 και είχαμε περάσει δώδεκα μέρες στοιβαγμένοι σ’ αυτό το πανάθλιο βαγόνι που έγραφε απ’ έξω: Ίπποι 4 Άνδρες 40”...

...”Δίπλα στο επαρχιακό νοσοκομείο, κοντά στο σταθμό είχαν κατασκευάσει μια τεράστια ξύλινη παράγκα που την έλεγαν Lager, εμείς λάγκα.

Εκεί μέσα είχαν διπλά ξύλινα κρεβάτια με ροκανίδια, αντί για στρώματα, και άχυρα. Μας έδωσαν και από μια κουβέρτα, όχι μάλλινη, μάλλον πλαστική, εδώ κοιμόμασταν. Εγώ με τον πατέρα μου διάλεξα το ίδιο κρεβάτι το επάνω, εκείνος κοιμόταν από κάτω. Οι άλλοι χώροι του στρατοπέδου και το συρματόπλεγμα κατασκευάζονταν. Δίπλα μας κολλητά ήταν ένα στρατόπεδο με Εβραιοπούλες. Ακούγαμε τις αγριοφωνάρες της διοικητού του στρατοπέδου, ήταν κάτι σαν μπουλντόγκ σκύλος που γαυγίζει και τις βλέπαμε τις καημένες αδύνατες με ξύλινα τσόκαρα και ριγέ στολές, σαν πιζάμες, να τις οδηγούν οι φρουροί Ες-Ες στη δουλειά, αξιολύπητο θέαμα!”...

...”Πήγα μια μέρα αγγαρεία στο διπλανό χωριό Εnz (Εντς) να φτιάξω ένα καταφύγιο. Δούλεψα όλη μέρα, αλλά μετά έφαγα καλά πήρα και μερικές πατάτες για τον πατέρα που τις έβρασε και τις έφαγε. Μια άλλη μέρα πήγα στο άλλο γειτονικό χωριό Ίλιγκεν (Ιllngen) για πατάτες, οι φρουροί έκαναν τώρα στραβά μάτια. Χτύπησα μια πόρτα και βγήκε μια Γερμανίδα κυρία. Με ρώτησε αμέσως «τι είσαι;» Της απάντησα «Grieche» (Έλληνας) και μου λέει: «Α! Grieche, Pericles, Sofocles!». Με ρώτησε τι θέλω και της απάντησα: «πατάτες». Πήγε πρόθυμα στο κελάρι της και μου έφερε αρκετές πατάτες. Την ευχαρίστησα και γύρισα στη λάγκα. Τις έβρασε σκέτες ο πατέρας μου και μ’ αυτές προσπαθήσαμε να κορέσουμε την πείνα μας, προσωρινά.

Μια άλλη μέρα εμένα και άλλους δύο μας έδωσαν ένα καρότσι και φτυάρια και πήγαμε στο διπλανό στρατόπεδο Εβραίων και άλλων εχθρών του Γ΄ Ράιχ ντυμένοι με ριγέ πιζάμες για να φέρουμε πατάτες για το μαγειρείο. Τις πατάτες οι Γερμανοί τις διατηρούν σε τεράστιους λάκκους που τους σκεπάζουν με άχυρα και χώμα για να μη φυτρώνουν. Το τι είδαν τα μάτια μας δεν περιγράφεται: λάκκοι ανοιχτοί με εκατοντάδες πτώματα στοιβαγμένα και ζωντανοί σκελετωμένοι να εργάζονται και να τους βασανίζουν περισσότερο κι από τους Ες-Ες οι ομοεθνείς τους « κάπο» για να σώσουν οι ίδιοι το τομάρι τους. Σημειώνω ότι « κάπο» ήταν οι επί κεφαλής 10 συμπατριωτών τους δηλαδή οι ομαδάρχες (υπεύθυνοι για 10 συγκρατούμενούς των), βασανιστές κι αυτοί”...

...”Την ημέρα της απελευθέρωσης θα τη θυμάμαι για πάντα: Ήταν 8 Απριλίου του 1945 μεσημέρι. Μείναμε άπραγοι στο στρατόπεδο άλλες δυο μέρες αλλά εμείς, ο πατέρας μου κι εγώ καθόμασταν σε αναμμένα κάρβουνα. Την τρίτη μέρα ο πατέρας μου κι εγώ προτείναμε στους άλλους συναδέλφους μας, Έλληνες και Αρμένιους να πάμε με τα πόδια στη Γαλλία, που δεν ήταν πολύ μακριά, για να γυρίσουμε στην πατρίδα, πιο γρήγορα, από κει. Την άλλη μέρα το πρωί ξεκινάμε, δεν είχαμε άλλωστε τίποτε για να πάρουμε μαζί μας, ήμασταν δώδεκα νομάτοι, οι δυο Αρμένιοι”...

Κατέβηκα πρώτος κι έτρεξα προς την πολυκατοικία Z΄ όπου ήταν το σπίτι μας. Στη γωνία της Ζ΄ και Συγγρού συναντάω τη μάνα μου, που μόλις με είδε λιποθύμησε. Πρόλαβα και την αγκάλιασα για να μη πέσει και χτυπήσει. Της είπα, «έρχεται πίσω μου κι ο μπαμπάς, πίσω μου είναι». Σε λίγο συνήλθε κι ανεβήκαμε όλοι μαζί στο διαμέρισμά μας αρ.10 πολυκατοικία Ζ΄.

Το μωρό χόρευε ανέμελα στην αγκαλιά της μάνας μας. Ήταν η Αννούλα μας. Την πήρε στην αγκαλιά του ο πατέρας μου και ξέχασε, για λίγο, όλες τις ταλαιπωρίες και τις κακουχίες που πέρασε στο στρατόπεδο των ναζιστών. Ήταν 17 Ιουνίου του ’45, αξέχαστη για τις συγκινήσεις της μέρα, γέλια και δάκρυα χαράς!”.

Θ.Π.