Polydeuces.gr

ΠΡΟΤΑΣΕΙΣ

 

του Dr Gerhard Blmlein
Οταν οι ιστορικοί του μέλλοντος ασχοληθούν με την πρόσφατη εθνικιστική έξαρσή της για το Μακεδονικό, θα έχουν μεταξύ άλλων να ερμηνεύσουν και μια εκ πρώτης όψεως αθώα αντίφαση: τεράστια πλήθη ένιωσαν να συγκινούνται μέχρι θανάτου για ένα και μοναδικό τοπωνύμιο του εθνικού μας χώρου (“Μακεδονία”), αδιαφορώντας ολοκληρωτικά για χιλιάδες άλλα τέτοια στοιχεία της συλλογικής μας ταυτότητας που έχουν απεμποληθεί κατά διαταγήν της πολιτείας.

 

Οι λόγοι που προβλήθηκαν γι’ αυτή την εκτεταμένη αλλοίωση της γεωγραφικής μας παράδοσης ήταν πρωτίστως εθνικοί. Οι μακραίωνες περιπέτειες του ελλαδικού χώρου είχαν αφήσει έντονα σημάδια στο χάρτη: τοπωνύμια σλαβικά, τούρκικα, αρβανίτικα και – σε μικρότερο βαθμό – βλάχικα και “φράγκικα” προκαλούσαν τα εθνικά αισθήματα των “ευπαιδεύτων” υπηκόων του νεοσύστατου βασιλείου κι έδιναν λαβή σε αμφισβητήσεις της ιστορικής συνέχειας των κατοίκων του. Η σαφέστερη διατύπωση του προβλήματος περιέχεται στην εισηγητική έκθεση του διορισμού ειδικής επιτροπής (Μάρτιος 1909): “Είναι βεβαίως λυπηρόν το φαινόμενον τούτο, διότι τα βάρβαρα ονόματα και τα κακόφωνα ελληνικά λυπούσι μεν το γλωσσικόν συναίσθημα, έχουσι δε και επιβλαβή μορφωτικήν επήρειαν εις τους κατοικούντας συστέλλοντά πως και ταπεινούντα το φρόνημα αυτών, αλλά και παρέχουσι ψευδή υπόνοιαν περί της εθνικής συστάσεως των χωρίων εκείνων, ών τα ξενικά ονόματα ηδύναντο να εκληφθώσιν ως μαρτυρούντα και ξενικήν καταγωγήν” ( Επιτροπεία Τοπωνυμιών της Ελλάδος, “Γνωμοδοτήσεις”, Εν Αθήναις 1920, σ.4). Μια ματιά στους πίνακες των οικισμών της μετεπαναστατικής Ελλάδας είναι αποκαλυπτική για την έκταση του φαινομένου που προβλημάτιζε κρατικούς λειτουργούς και πατριώτες διανοούμενους. “Βάρβαρα” και “κακόφωνα” ονόματα δεν είχαν μονάχα οι περιοχές που κατοικούνταν από πληθυσμούς με μητρική γλώσσα άλλη από την ελληνική, αλλά και οι καθαρά ελληνόφωνες. Ας πάρουμε για παράδειγμα τη Μεσσηνία: στο δήμο του Αριος, λίγο έξω από την Καλαμάτα, περιλαμβάνονται τον περασμένο αιώνα τα χωριά Ασλάναγα, Μπαλιάγα, Γκορτσόγλη, Γκλιάτα, Μπάστα, Γαϊδουροχώρι, Βραχάταγα, Μπισμπάρδε και Πήδημα ( Ι.Κλάδου “Εφετηρίς (Almanach) του Βασιλείου της Ελλάδος δια το έτος 1837″). Απ’όλα αυτά, μονάχα το Πήδημα διατήρησε μέχρι σήμερα το αρχικό του όνομα.
Η διαδικασία της αλλαγής των τοπωνυμίων ξεκίνησε ήδη από το 1834, με την κατανομή όλων των οικισμών της χώρας σε Δήμους με αρχαία ή αρχαιοπρεπή ονόματα τα οποία αποδίδονταν αυτόματα και στις πρωτεύουσές τους. Η αποφασιστική κίνηση σημειώθηκε ωστόσο στις αρχές του αιώνα μας, όταν συστήθηκε η προαναφερθείσα Επιτροπή με πρόεδρο τον Νικόλαο Πολίτη και μέλη γνωστούς λογίους της εποχής ( Σπ.Λάμπρο, Γ.Χατζηδάκι, Γ.Σωτηριάδη, Μ. Χρυσοχόο, Κ.Αμαντο, Στ.Κυριακίδη, Ι.Βογιατζίδη, κ.ά.). Βοηθούσης και της πατριωτικής ανάτασης που συνόδευσε την εθνική εξόρμηση εκείνων των χρόνων, ο “εξελληνισμός της Ελλάδος” (όπως ενθουσιωδώς αποκάλεσε το εγχείρημα η εκσυγχρονιστική “Εστία” της εποχής) πήρε διαστάσεις μαζικού κινήματος με τη συμμετοχή των αιρετών εκπροσώπων της τοπικής αυτοδιοίκησης, φιλομαθών πολιτών και φιλότιμων διανοουμένων. Εργο της Επιτροπής τελικά δεν ήταν τόσο να επινοεί όσο το να εγκρίνει ή να επεξεργάζεται τις προτάσεις εκείνες των τοπικών παραγόντων που αθρόα κατέφθαναν στα γραφεία της.
Διαφορετική αρκετά υπήρξε η μεθοδολογία του – πολιτικά πολύ πιο ευαίσθητου – τοπωνυμικού εξελληνισμού των “ξενόφωνων” εκείνων περιοχών που οι πόλεμοι της δεκαετίας του ’10 επιδίκασαν στο ελληνικό κράτος. Μια ανακοίνωση του Υποδιοικητή Ενωτίας στην τοπική εφημερίδα “Νέα Εδεσσα” της 23ης Ιουλίου 1922 “φωτογραφίζει” κάπως τον σχετικό μηχανισμό: “ενηργήσαμεν και κατηρτίσθη ενταύθα τοπική επιτροπή τοπωνυμιών εκ του εκάστοτε υποδιοικητού, του εκάστοτε διοικητού λόχου προκαλύψεως και του αρχιερατικού επιτρόπου Καρατζόβης αρχιμανδρίτου Νικάνδρου, ήτις και προέβη εις την συντέλεσιν όλης εκείνης της προκαταρκτικής εργασίας ης τα αποτελέσματα εκδηλούνται σήμερον δια της εις την Εφημερίδα της Κυβερνήσεως καταχωρίσεως των αποφάσεων περί μετονομασίας των ως είρηται χωρίων…”. Κι αυτές οι πρωτοβουλίες της “βάσης” δεν άργησαν ωστόσο να πλαισιωθούν από τον κεντρικό κρατικό μηχανισμό. Οι γενικές κατευθύνσεις δίνονται το 1925 με τη “μελέτη περί εξελληνισμού των ξένων τοπωνυμίων της Μακεδονίας” του διευθυντή του Υπουργείου Εξωτερικών, Βασιλείου Κολοκοτρώνη και το μεγαλύτερο μέρος της δουλειάς έχει ολοκληρωθεί μέχρι το τέλος της δεκαετίας. Στον τοπικό Τύπο δε λείπουν οι αναφορές, ακόμα και μια χιουμοριστική διάθεση: “Μετονομασίαι παντού. Εις τα χωρία, τας πόλεις, τας επαρχίας, τας υποδιοικήσεις, τους Νομούς. Τα όρη, οι ποταμοί και αι αρχαίαι ονομασίαι δίδονται ως νέα ονόματα δεξιά και αριστερά. Ετσι και ο νομός Φλωρίνης θα λέγεται εις το εξής Νομός Λυγκηστίδος – Ορεστίδος. Ας περιμένωμεν και της πόλεως Φλωρίνης το νέον όνομα. Εντός ολίγου δεν θα λεγώμεθα πλέον Φλωρινιώται και έτσι θα γίνωμεν αγνώριστοι και τα μάλλα ευτυχείς” (“Φωνή του Λαού” 4/11/27).
Ευτυχείς ή όχι, οι τοπωνυμικά μεταλλαγμένοι πολίτες της Ελλάδας δεν είχαν μπροστά τους και πολλές επιλογές πέρα απ’ την αποδοχή των νέων δεδομένων. “Απαγορεύεται απολύτως η χρήσις των παλαιών ονομάτων υπό των δημοσίων αρχών ή οργάνων εν τη επισήμω αλληλογραφία αυτών, των συλλόγων, σωματείων, συνεταιρισμών κλπ νομικών προσώπων εν τη αλληλογραφία αυτών. Η παράβασις της απαγορεύσεως ταύτης αποτελεί πταισματικήν παράβασιν τιμωρουμένην με πρόστιμον μέχρι 100 δραχμών ή με κράτησιν μέχρι 10 ημερών”, προβλέπει την ίδια χρονιά το άρθρο 7 του σχετικού νομοθετικού διατάγματος (ΦΕΚ Α’ 281/1927). Αλλά και απλοί ιδιώτες που επέμεναν στις παλιές τους συνήθειες αντιμετώπισαν – διαφορετικού τύπου βέβαια – κυρώσεις: αναφερόμενη στην άρνηση των ταχυδρομείων να επιδώσουν επιστολές μεταναστών στις οποίες η κατοικία του αποδέκτη αποδιδόταν με την παλιά ονομασία, η ίδια εφημερίδα συνιστά στις 13/7/1930 “να δοθεί παράτασις μακρά μέχρις ότου ειδοποιηθούν οι εν τω εξωτερικώ ξενόφωνοι Ελληνες Μακεδόνες και συνηθήσωσι με την νέαν κατάστασιν”. Αγνοούμε τη βραχυπρόθεσμη συνέχεια της υπόθεσης, όμως είναι βέβαιο ότι στο επόμενο κύμα μετονομασιών – μεσούσης της απριλιανής δικτατορίας – δεν υπήρχαν ούτε αυτά τα περιθώρια ήπιας διαμαρτυρίας. Αφού ενημερώσει τους κατοίκους του χωριού Κέλλη (πρώην Γκορνίτσοβο) για τη μετάφραση των επιμέρους τοποθεσιών του χωριού στα ελληνικά από τη Νομαρχία Φλωρίνης (Διαταγή 31444 της 27/2/68), η σχετική ανακοίνωση της Κοινότητας δεν παραλείπει να τους υπενθυμίσει στη γνωστή παπαδοπουλική διάλεκτο πως “παν επίσημον έγγραφον αναγραφόμενον την παλαιάν τοποθεσίαν, εκτός που δεν θα λαμβάνηται υπόψιν, αλλά τιμωρείται με πρόστιμον και φυλάκισιν”.
Αυτά όσον αφορά παλιές και δύσκολες εποχές. Ομως η εκστρατεία για την “κάθαρση” του εθνικού χώρου δε σταμάτησε με την απόσυρση της Ελλάδος Ελλήνων Χριστιανών στο “χρονοντούλαπο της Ιστορίας” · απλά μεταλλάσσεται κι αυτή στο χρόνο, ανάλογα με τους εκάστοτε μετασχηματισμούς των κινδύνων που διακρίνουν στον ορίζοντα οι εθνικώς επαγρυπνούντες συμπολίτες μας. Το 1977 λχ, εννιά ολόκληρες σελίδες της Εφημερίδος της Κυβερνήσεως διατέθηκαν για την εξάλειψη εκατοντάδων τούρκικων τοπωνυμίων του νομού Ροδόπης · δεκαπέντε χρόνια αργότερα, οι νέοι Μακεδονομαχούντες τάβαλαν με τους πλανόδιους μανάβηδες των δρόμων της Αθήνας που πουλούσαν “κεράσια Βοδενών” αντί, ως όφειλαν, “Εδέσσης”…
Αφήσαμε για το τέλος τις διπλωματικές προεκτάσεις όλης αυτής της ονοματολογίας – γνωστές σε όλους από τις βαλκανικές μας έριδες: στο Μακεδονικό πχ, η ΠΓΔ Μακεδονίας καταγγέλλει τις αλλαγές των τοπωνυμίων σαν “μέρος της βίαιης αφομοίωσης των Μακεδόνων της Ελλάδας” (“Macedonia and its relations with Greece”, Σκόπια 1993,σ.72), η ελληνική πλευρά ερμηνεύει τη συνεχιζόμενη χρήση των παλιών ονομάτων σαν “άρνηση των ηγετικών κύκλων στα Σκόπια να αποδεχθούν ανεπιφύλακτα την ελληνική κυριαρχία στον ελληνικό μακεδονικό χώρο” (Ευ.Κωφός, “Το όραμα της ‘Μεγάλης Μακεδονίας’”, Θεσ/νίκη 1994, σ.12). Το αντίστροφο – άν και σε μικρότερη δοσολογία, συμβαίνει μεταξύ Ελλάδας κι Αλβανίας στο Βορεειοηπειρωτικό. Στην πραγματικότητα, τόσο η μια όσο κι η άλλη πρακτική αποτελούν τον κανόνα σε όλα τα μήκη και πλάτη της υδρογείου – τυπικά συμπληρώματα της συγκρότησης κάθε εθνικού κράτους. Μας το θυμίζει άλλωστε με το γλαφυρό του τρόπο ο αείμνηστος Αζίζ Νεσίν, μιλώντας στις “Αναμνήσεις” του για τη δική του χώρα (τ.Α’,σ.8):
“Δυστυχώς, τις ελληνικές ονομασίες δεν τις αφήσαμε. Πώς ήταν δυνατό να υπάρχουν στην Τουρκία, λέει, περιοχές με ελληνικές ονομασίες! (Ποιος ξέρει πόσοι “στραβοκέφαλοι” σαν τους δικούς μας να υπάρχουν και στην Ελλάδα!) Τις ελληνικές ονομασίες των περιοχών αυτών τις αλλάξαμε, τις κάναμε τουρκικές. Λόγου χάρη την περιοχή “Πόδημα” της Μαύρης Θάλασσας την αλλάξαμε, την ονομάσαμε “Γιαλίκιοϊ” κι ησυχάσαμε. Μα δεν ξέραμε ότι η λέξη “Γυαλί” είναι ελληνική κι όχι τουρκική. Τι ιλαροτραγωδία! Είναι βλέπετε αδύνατο ο Τούρκος να απαλλαγεί απ’ τον Ελληνα κι ο Ελληνας απ’ τον Τούρκο. Κι εξάλλου, ποιος ο λόγος ν’ απαλλαγεί ο ένας από τον άλλο;”
Αν και αρκετά συνεπής, η συνταγή που υιοθετήθηκε εξαρχής για τη μετονομασία των “βαρβαρικών” -και ως εκ τούτου κακόηχων- τοπωνυμίων αποδείχθηκε στο πέρασμα του χρόνου περισσότερο προβληματική απ’ ό,τι είχαν φανταστεί οι πρώτοι εισηγητές της. Ηδη το 1834, στις κατευθυντήριες οδηγίες που στάλθηκαν από τη Γραμματεία Εσωτερικών στους νομάρχες περιλαμβανόταν και η σαφής εντολή να αποκτήσουν οι δήμοι ελληνική ονομασία ως μέρος του σχεδίου να “αναστηθεί η αρχαιότητα” και να “συνδεθεί το παρόν της Ελλάδος με το ένδοξο παρελθόν της”. (Ε. Σκιαδά, “Ιστορικό Διάγραμμα των δήμων της Ελλάδος 1833-1912, Αθήνα 1994, σ. 64). Αλλά η πρώτη αυτή ονοματοθεσία των δήμων, ταυτόχρονη με το σχηματισμό τους, θα έπειθε σύντομα και τους πλέον αισιόδοξους για τις δυσκολίες του εγχειρήματος: λανθασμένες επιλογές ονομάτων, γραφειοκρατικές παρανοήσεις, αρχαιοπρεπή τοπωνύμια που στάθηκαν ανίσχυρα να εκτοπίσουν τις προηγούμενες ονομασίες. Ο δήθεν απλός μηχανισμός της μετονομασίας (υιοθέτηση ονομάτων αρχαίων πόλεων, αρχαίων δήμων, φυλών, οχυρών, αλλά και αρχαίων γεωγραφικών τοποθεσιών κ.λπ.) αποδεικνυόταν στην πράξη διαδικασία σχεδόν σισύφεια. Από τις μετονομασίες για παράδειγμα της έδρας των δήμων (τότε που το χωριό Καστέλλα ονομάστηκε Μεσσάπιον, τα Σάλωνα Αμφισσα, το Φτελιό Πτελεόν κ.ο.κ.), οι 312 δεν στάθηκε δυνατό να υιοθετηθούν. (στο ίδιο, σ. 68).
Οι πρώτες αυτές απόπειρες θα διαμόρφωναν γρήγορα τα κριτήρια βάσει των οποίων θα επιλέγονταν οι νέες ονομασίες: κάθε χωριό έπρεπε να εφοδιαστεί με ένα -πραγματικό ή φανταστικό- αρχαίο όνομα αντλημένο από την ιστορία ή τη γεωγραφία της περιοχής. Σε περίπτωση που αυτό ήταν αδύνατο, το χωριό όφειλε είτε να μεταφράσει στα ελληνικά το “βαρβαρικό” του όνομα, είτε να δοκιμάσει μια παρήχησή του που θα θύμιζε ελληνική λέξη. Καθώς πάντως ο 19ος αιώνας πλησίαζε προς το τέλος του, οι λόγιοι που ασχολούνταν με τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων είχαν πλέον αντιληφθεί τα προβλήματα που συνεπαγόταν η εν πολλοίς αυθαίρετη επιλογή των νέων ονομασιών. Αυτό δεν τους εμπόδιζε να συνεχίζουν την ίδια πολιτική προσπαθώντας απλώς να “επιδιορθώσουν” τα λάθη των προηγουμένων. Η κριτική τους ωστόσο αποκαλύπτει τους συχνά ιδιότυπους λόγους που οδηγούσαν τους αρμοδίους να καταλήξουν σε κάποιο “ελληνοπρεπές” όνομα. Στις νέες ονομασίες των δήμων που έπρεπε να εγκαταλειφθούν ως λανθασμένες και αυθαίρετες, ο Νικόλαος Πολίτης περιλάμβανε το 1899 μεταξύ άλλων και το δήμο Ναφθίων της Ζακύνθου, όνομα που “εσχηματίσθη όλως αναρμόστως εκ της εν τω δήμω υπαρχούσης πηγής νάφθης”, αλλά και το δήμο Μελιτήνης στη Λακωνία, όνομα άγνωστης προέλευσης που πρέπει να οφειλόταν στο γεγονός ότι κάποιος διοικητής είχε κάποτε ενθουσιαστεί με το ντόπιο μέλι. Αν στις περιπτώσεις αυτές η αυθαιρεσία είχε στηριχθεί σε κάποιο υποθετικό γνώρισμα της περιοχής, η περίπτωση του δήμου Αυλώνος στο νομό Εύβοιας αποτελούσε εύγλωττο παράδειγμα για ένα ακόμη τρέχον είδος γλωσσοπλαστικής λαθροχειρίας: “Αυλών αρχαία πόλις εν Ευβοία δεν υπάρχει”, σημείωνε ο Πολίτης. “Επλάσθη ίσως όπως αρχαϊκώτερον φανή το όνομα της πρωτευούσης Αυλωναρίου, εξ ου ελήφθη”. (Ν. Γ. Πολίτη, “Τα ονόματα των δήμων”, Αθήναι 1899, σ. 3-4).
Οι διαπιστώσεις αυτές δεν θα οδηγούσαν σε αμφισβήτηση των κριτηρίων βάσει των οποίων θα γίνονταν οι ονοματοθεσίες της δεκαετίας 1910-1920 που ανέλαβε η περίφημη “Επιτροπεία των τοπωνυμιών της Ελλάδος” με επικεφαλής τον ίδιο τον Νικόλαο Πολίτη. Σχολιάζοντας τις προτάσεις των δήμων για την αλλαγή των ιστορικών ονομάτων τους, η επιτροπή θα έφθανε στο σημείο να κατηγορήσει τα κοινοτικά συμβούλια για “έμμονον σκέψιν” και “στείρωσιν της ονοματοπλαστικής τους δυνάμεως”. Κατηγορία άδικη, καθώς οι δύσμοιροι δήμοι, στην αμηχανία τους να ανακαλύψουν το πολυπόθητο αρχαίο όνομα, κατέληγαν είτε σε όνομα που είχε ήδη χρησιμοποιηθεί από κάποιους κοντοχωριανούς τους είτε σε μια γενική και αφηρημένη έννοια που δύσκολα μπορούσε να περάσει ως ονομασία μιας μικρής κοινότητας.
Ορισμένες φορές η επιτροπή συμφωνούσε με την προτεινόμενη μετονομασία: “Οτι το όνομα της κοινότητος Οσμάναγα πρέπει να αντικατασταθή ουδεμία αμφιβολία, αφού ουδείς λόγος επιβάλλει την διατήρησιν του βαρβάρου ονόματος τούτου, του διαιωνίζοντος την μνήμην ασήμου Τούρκου”, σημείωνε για παράδειγμα συναινώντας με τη μετονομασία του Οσμάναγα σε Κορυφάσιον. Αν όμως το αίτημα δήμων με ονόματα όπως Ψείρες ή Βρισιά να μετονομαστούν σε Κυπάρισσον και Βρύσαις αντιστοίχως έμοιαζαν εύλογα στους λογίους της επιτροπής, κάποιες άλλες προτάσεις απορρίπτονταν ασυζητητί. Ανάμεσά τους η πρόταση του Τζίνη, της Λαζαρμπούγας και του Νταουτίου να μετονομαστούν όλα σε Ελευθερία, του Κάτω Τσιαχμάτ σε Ομόνοια, του Δεμερλή σε Ευτυχία, του Σιμικλή σε Ελλάς ή του Ανω Τσιαχμάτ σε Δήμητρα.
Σε πλήρη αρμονία με τα ήδη διαμορφωμένα αυτά κριτήρια μετονομασίας, οι προτάσεις για τον εξελληνισμό των τοπωνυμίων της Μακεδονίας θα στηρίζονταν (κατά σειρά προτεραιότητας) στην αρχαία γεωγραφία, τη βυζαντινή γεωγραφία, την ετυμολογία των ξένων ονομάτων μήπως και αποκαλυφθεί ότι έχουν ελληνική ρίζα (sic) και, τέλος, στη μετάφρασή τους στα ελληνικά. Ετσι, ενώ για παράδειγμα προτεινόταν να δοθεί στην υποδιοίκηση Γρεβενών το όνομα της αρχαίας Ελιμείας, το Κιλκίς λόγω της σημασίας του κατά τους Βαλκανικούς μπορούσε να διατηρηθεί, αλλά έπρεπε να μετατραπεί “επί το ελληνικώτερον” σε θηλυκό (η Κιλκίς, της Κιλκίδος) κατά το η Χαλκίς. Η μετατροπή εξάλλου του Ζίχνα σε Ιχναι και της Ζηλιαχώβης σε Ζήλεια αποτελούν παραδείγματα “εξελληνισμού” της ίδιας της λέξης μέσω μιας κάποιας παρήχησής της που να είναι κάπως οικεία και στους ντόπιους. (Β. Κολοκοτρώνη, “Μελέτη περί εξελληνισμού των ξένων τοπωνυμίων της Μακεδονίας”, 1925). Οσο για την αθρόα μετάφραση των ξένων ονομασιών στα ελληνικά, αν και μέθοδος γνωστή από παλιά, εμφανίστηκε κατά κόρον στις μετονομασίες που εγκρίθηκαν τις τρεις τελευταίες δεκαετίες. Ετσι, στο ΠΔ 1123 του 1977 για μετονομασίες στο νομό Ροδόπης, το Καρά Μπαγλάρ μετονομάζεται σε Μαύρα Αμπέλια, το Ασμάκ Μπαγλάρ σε Αμπελοκληματαριά, το Ατλάρ Τσαϊρ σε Αλογοβοσκή και το Κουρτ Σοκάκ σε Λυκόδρομο.
Οι αλλαγές στις ονομασίες των πόλεων και των χωριών της Μακεδονίας έχουν και μια απρόβλεπτη συνέπεια για όσους κατάγονται από τα μέρη αυτά και υποχρεώθηκαν να ξενιτευτούν ως πολιτικοί πρόσφυγες ή μετανάστες στο τέλος του εμφυλίου πολέμου. Η απόφαση της πρώτης κυβέρνησης του ΠΑΣΟΚ περί επαναπατρισμού των πολιτικών προσφύγων εξαιρούσε ρητά όσους δεν είναι “έλληνες το γένος”. Πρόκειται για κοινή απόφαση των υπουργών Εσωτερικών (Γιώργος Γεννηματάς) και Δημόσιας Τάξης (Γιάννης Σκουλαρίκης) που ορίζει ότι “μπορούν να επιστρέψουν στην Ελλάδα όλοι οι Ελληνες το γένος που κατά τη διάρκεια του Εμφυλίου Πολέμου 1946-1949 και λόγω αυτού κατέφυγαν στην αλλοδαπή ως πολιτικοί πρόσφυγες έστω και αν αποστερήθηκαν της Ελληνικής Ιθαγένειας” (αρ. πρωτ. 106841).
Πώς άραγε καθορίζεται αυτή η ελληνικότητα του “γένους”; Επειδή από την εποχή της εφαρμογής των ναζιστικών θεωριών, οι αποδείξεις αίματος δεν είναι ιδιαιτέρως δημοφιλείς, ακολουθείται μια άλλη μέθοδος. Οι ελληνικές αρχές στα σύνορα ή στα προξενεία ελέγχουν το όνομα του τόπου καταγωγής στα χαρτιά όποιου ζητάει να επαναπατριστεί ή απλώς να επισκεφθεί την Ελλάδα. Αν ακολουθείται η επίσημη σημερινή ελληνική ονομασία, τότε ο κάτοχος θεωρείται “Ελλην το γένος” και του παραχωρείται άδεια εισόδου στην ελληνική επικράτεια. Αν όμως αναγράφονται τα παλιά σλάβικα τοπωνύμια, τότε ο πολιτικός πρόσφυγας θεωρείται “αλλογενής” και συνεπώς γι’ αυτόν δεν ισχύει ο νόμος. Ακόμα και η απλή επίσκεψή του στο χωριό που γεννήθηκε απαγορεύεται απολύτως. Πριν από λίγες βδομάδες, οι ελληνικές αρχές στο φυλάκιο της Νίκης που συνδέει τη χώρα μας με την ΠΓΔ Μακεδονίας απαγόρευσαν την είσοδο ενός παλαίμαχου αγωνιστή του εμφυλίου πολέμου που ήθελε να συμμετάσχει στην κηδεία ενός παλιού του συντρόφου σε κάποιο χωριό της Φλώρινας. Στα χαρτιά του αναφερόταν ως τόπος γέννησης το Ντόλνο Κότορι, όπως το ήξερε ο πολιτικός πρόσφυγας πριν φύγει από την περιοχή μετά την ήττα του Δημοκρατικού Στρατού, και όχι βέβαια “Κάτω Υδρούσα”, όπως ονομάζεται σήμερα από το επίσημο ελληνικό κράτος. Χρειάστηκε μεγάλη πίεση και πολύωρες διαπραγματεύσεις στα σύνορα μέχρι να δεήσουν οι κεντρικές υπηρεσίες του υπουργείου Δημόσιας Τάξης να του παραχωρήσουν μια τετράωρη άδεια εισόδου.
Ο Γιώργος Γεννηματάς είχε αναγνωρίσει το “δημοκρατικό έλλειμμα” στην υπουργική απόφαση και είχε υποσχεθεί σε τοπικά στελέχη του ΠΑΣΟΚ την άρση αυτού του τελευταίου φραγμού στην επιστροφή των πολιτικών προσφύγων. Ο ίδιος δεν πρόλαβε. Αλλά και η “άρση των συνεπειών του εμφυλίου πολέμου” της κυβέρνησης Τζαννετάκη δεν έλυσε το πρόβλημα. Ο τότε “συγκυβερνών” Χαρίλαος Φλωράκης είχε τολμήσει να το θέσει ενώπιον της εθνικής αντιπροσωπείας, χωρίς να λάβει απάντηση, παρά μόνο από τον εθνικόφρονα Τύπο της εποχής. Το “μπαλάκι” έχει περάσει σήμερα στις διαπραγματεύσεις μεταξύ Αθηνών και Σκοπίων. Στα εκκρεμή θέματα περιλαμβάνεται και η επιθυμία της ελληνικής κυβέρνησης να αποδοθούν στα διαβατήρια της ΠΓΔ Μακεδονίας με τα ελληνικά τους ονόματα οι πόλεις και τα χωριά της σημερινής ελληνικής Μακεδονίας.
Περί το 1974, πέρασα από το χωριό Mέρμπακας (Aργολίδος) για να δω την ωραιότατη βυζαντινή εκκλησία του. Oταν χρόνια αργότερα ξαναπήγα, δεν υπήρχε καμιά πινακίδα πλέον με την επιγραφή MEPMΠAKAΣ, λεγόταν πια Aγία Tριάδα. Hμουν σοκαρισμένος, διότι μού ήταν αδιανόητο να αλλάζουν ακόμη και σήμερα τοπωνύμια και να σβήνεται έτσι η ιστορία. Στην περίπτωση του Mέρμπακα το όνομα του χωριού συνδεόταν με τον Λατίνο επίσκοπο Kορίνθου Wilhelm von Meerbeke, ο οποίος εγκαταστάθηκε εκεί μετά τη φραγκική κατάκτηση το 1204, που αποτελεί ένα σημαντικό κεφάλαιο της ελληνικής ιστορίας. Pώτησα έναν χωρικό για την αλλαγή και μου είπε πως έγινε επειδή ήταν τούρκικη η παλιά ονομασία: Mέρμπεη!
Περνώντας λίγες μέρες στην Mπαρμπίτσα Λακωνίας (τα δύο χωριά, που παλιά ονομάζονταν Bερβίτσα μετονομάστηκαν!) ξεφύλλισα το «Λεξικό των οικισμών της Πελοποννήσου» του Γ. A. Πίκουλα. Πρόκειται για μια πολύτιμη μελέτη, που αναφέρει και τις πολυάριθμες παλιές ονομασίες, οι οποίες είναι σχεδόν όλες ή σλαβικές ή αρβανίτικες (τούρκικες δεν συναντάμε καθόλου –εκτός από τις Mαχμούτμπεη, Mουσταφάπασα και Oσμάναγα κ.ο.κ.), και έχουν συνεπώς ένα ιστορικό υπόβαθρο. Oλοφάνερα επιδιώχτηκε να ξεχαστεί αυτή η ιστορική εξέλιξη. Tις παλιές ονομασίες τις θεωρούσαν «ξένες», άρα «μίασμα», το οποίο έπρεπε να εξολοθρευτεί.
Nα δούμε, πώς οι γραφειοκράτες προχωρούσαν (με οδηγίες κυρίως της δεκαετίας του ’20):
Συνήθως «δημιούργησαν» ονομασίες, που ήταν αποκυήματα της (περιορισμένης) φαντασίας τους και δεν υπήρχαν (στην Πελοπόννησο τουλάχιστον): Tο Kέντρον, Tο Kεντρικόν, Kαλλονή, Kαλοχώριον, Kαλόβρυση, Kεφαλόβρυση, Mέλισσα, Mεταμόρφωση, Περδικόβρυση, Περδικονέριον, Προσήλιον, Προσήλια, Σιτοχώριον, Xαραυγή (δύο στη Mεσσηνία!) και Xρυσαυγή.
Συχνά διάλεξαν ήδη υπάρχοντα για αντικατάσταση των παλιών: Eτσι βαφτίστηκαν «Kαλλιθέα» τα χωριά Γαϊδουριάρη, Zαραφούνα, Zάχα, Kάνι, Mετερίζι, Mουράταγα και Σκούπα, η ονομασία «Kρήνη» αντικατέστησε τα Aράχοβα, Παλοβά και Bέλιζι, ενώ η Mουζούστα και Δούνιτσα έγιναν «Λεύκη». Σε λίγες περιπτώσεις μετέφρασαν: Aράχοβα σε Kαρυές, του Bοϊβόντα σε Aρχοντας, Γκιόζα σε Mάτιον (Nόμιζαν –λανθασμένα πιστεύω– ότι το Γκιόζα προέρχεται από το τούρκικο «gioz» (=μάτι). Eάν ήταν έτσι, θα επρόκειτο για μια σπανιότατη περίπτωση μετάφρασης τούρκικης λέξης. Mου φαίνεται πιθανότερη η προέλευση από το «γκιόσα» (σλαβ. Kozje, αλβ. gjosa=γίδα).
Yπάρχει και μια κατηγορία τοπωνυμίων, που η ονομασία «ελληνοποιήθηκε»: η Aναστάσοβα έγινε Aνάστασις, η Bάλτσα Bάλτος (αν και «βάλτος» είναι λέξη σλαβική!), το Zουνάτι Zώνη, η Kερέσοβα Kερασέα, η Λαπάτα Λαπάθεια, το Mπεσχίνι Σχίνοι, το Mάρκασι Mάννα(!), η Mίρτιζα Mυρτέα, η Mέρτεζα Mύρτος, το Pετούνι Aρετή, το Σίρτζι εξελίσσεται σε Σύρριζον(!), το Tόσκεσι σε Tόσκαι στην Aχαΐα, ενώ στη Mεσσηνία παραμένει Tόσκεσι! Aλλαγή έγινε όμως και σε περιπτώσεις, που η παλιά ονομασία ήταν κατανοητή: H Γκορτσιά έγινε Λιναριά, προφανώς επειδή η λέξη είχε ξένη «όψη» (πράγματι, είναι αρβανίτικη). Hρωες της Eπανάστασης χρησιμοποιήθηκαν για αντικατάσταση των Mπολάτι (τώρα Kολοκοτρώνης) και Kοντογόνι (Παπαφλέσσας).
Eίναι αξιοπερίεργο (ή και όχι), πώς «γλίτωσαν» μερικά άκρως «ύποπτα» ονόματα: Aρβανίτης (δύο φορές) –το Aλβάνιτσα όμως αντικαθίσταται– Aράπηδες, Aραπόλακκα, Aραποχώρι, Σέρβος, Tουρκολέκας. Aλλες ασυνέπειες: το Kαλέντζι (Hλείας) έγινε Kεραμίδιον, μα τα άλλα 2 χωριά με το όνομα Kαλέντζιον (Aχαΐας, Kορινθίας) έμειναν ως ήταν, Λόπεσι (Aχαΐας), αντικαταστάθηκε 4 φορές, ενώ από τα 2 χωριά με το όνομα Λιόπεσι έμεινε μόνο το ένα. Kαταργήσανε το Γκορτσιά (βλ. παραπάνω) και διατηρήσανε το Γκοριτσά. Δεν κατάφεραν εν τούτοις να εξοντώσουν το Aράχοβα: σε τέσσερις περιπτώσεις το άλλαξαν, σε 2 όχι.
Hδη το 1886 ο σοφότατος A. Mηλιαράκης έγραψε, ότι τα τοπωνύμια είναι τα «ζωντανά μνημεία της Eλληνικής Iστορίας και της γλώσσας». Δεν τον άκουσε κανένας, προφανώς.
Για να γυρίσουμε στην αρχή και να παρηγορηθούμε λίγο: ο OTE έβγαλε το 1997 μια κάρτα τηλεφώνου, η οποία δείχνει την εκκλησία της Kοίμησης της Θεοτόκου και την επιγραφή: MEPMΠAKAΣ (APΓOΛIΔA): η λέξη Aγία Tριάδα δεν φαίνεται πουθενά. Πάλι καλά.
* O Dr Gerhard Blmlein είναι φιλόλογος και μεταφραστής.
Πηγή: Καθημερινή 18-09-05